Ληστεία μετά φόνου ή μετά τη λεηλασία η σφαγή
Ληστεία μετά φόνου ή
μετά τη λεηλασία η σφαγή;
Γνωρίζουμε από τη θεωρία μας, ότι η καπιταλιστική κρίση – και ιδιαίτερα μια κρίση σαν τη σημερινή – δεν μπορεί να ξεπεραστεί παρά μόνο μετά από μια μεγάλης κλίμακας καταστροφή κεφαλαίου. Η θεωρία επιβεβαιώνεται από την ιστορική εμπειρία. Για να ξεπεραστεί η κρίση της δεκαετίας του 1930 χρειάστηκε μια παγκόσμια πολεμική αναμέτρηση με αποτέλεσμα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και την καταστροφή των υποδομών μιας ολόκληρης Ηπείρου. Ξέροντας ότι εκείνη η κρίση ξεπεράστηκε με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οφείλουμε να εκτιμήσουμε ότι και η σημερινή καπιταλιστική κρίση θα οδηγήσει στο ξέσπασμα πολεμικών συγκρούσεων που – όπως φαίνεται - σε πρώτη φάση θα είναι περιφερειακές και δεν θα εμπλέκονται άμεσα σε αυτές οι μεγάλες δυνάμεις.
Η πολεμική βία είναι πάντα συστατικό στοιχείο των διακρατικών σχέσεων. Σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης, όταν οι αντιθέσεις οξύνονται και η πάλη για αγορές, εμπορικές συμφωνίες και πρώτες ύλες διεξάγεται με μεγαλύτερη ένταση, είναι μοιραίο ότι κάποιες από τις διακρατικές συγκρούσεις θα λυθούν με τη βία. Η κλιμάκωση της έντασης στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο μετά την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ την έναρξη έρευνας για φυσικό αέριο και την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία απάντησε με την οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ της Τουρκίας και του – μη αναγνωρισμένου - τουρκοκυπριακού κράτους στην κατεχόμενη Κύπρο, δείχνει ακριβώς αυτό. Η κίνηση που έγινε από τις δύο χώρες ανοίγει εκ νέου το ζήτημα της εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή και δεν είναι τυχαίο το ότι συμβαίνει σε περίοδο κρίσης, σε μια περίοδο δηλαδή που οι κεφαλαιοκράτες αναζητούν κερδοφόρες τοποθετήσεις για τα λιμνάζοντα κεφάλαια τους και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ξεχωριστούς κεφαλαιοκράτες και τα κράτη τους εντείνεται.
Η κλιμάκωση της έντασης αφορά άμεσα την Ελλάδα, καθώς οι εξελίξεις ανακινούν το - «παγωμένο» μέχρι πρόσφατα - ζήτημα της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης στο Αιγαίο, όπου το σημερινό status quo δεν έχει διαμορφωθεί με βάση το – έτσι κι αλλιώς ασαφές – διεθνές δίκαιο της θάλασσας, αλλά με βάση το συσχετισμό δύναμης. Δύο είναι οι βασικές ελληνοτουρκικές διαφορές σε σχέση με το Αιγαίο: οι «γκρίζες ζώνες» και τα ελληνικά χωρικά ύδατα. Η πρώτη διαφορά αφορά τις προσαρτημένες νησίδες στα νησιά της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν αναφέρονται αναλυτικά ούτε στις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932 που αφορούν στην κατοχή των νησιών του νοτιοανατολικού Αιγαίου, ούτε στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 στην οποία συνομολογείται η εκχώρηση των Δωδεκανήσων από την Ιταλία στην Ελλάδα. Ο συσχετισμός δύναμης την περίοδο εκείνη ήταν τέτοιος που η κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις προσαρτημένες νησίδες δεν αντιμετώπιζε καμία αμφισβήτηση. Η τροποποίηση του συσχετισμού με τη στρατιωτική ισχυροποίηση της Τουρκίας οδήγησε στην αξιοποίηση από μέρους του τουρκικού κράτους της μη σαφούς αναφοράς και καταγραφής αυτών των νησίδων στις συνθήκες και στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους σε αυτές. Όπως λοιπόν ο συσχετισμός δύναμης από το 1947 και μετά επέτρεψε στο ελληνικό αστικό κράτος να παραβιάσει τη συνθήκη του 1947 τοποθετώντας στρατό στα Δωδεκάνησα, (ενώ η συνθήκη όριζε ότι πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένα), έτσι ο συσχετισμός του 1996 επέτρεψε στην Τουρκία να θέσει de facto μια σειρά από νησίδες υπό αμφισβητούμενο καθεστώς κυριαρχίας.
Η δεύτερη και σημαντικότερη διαφορά – καθώς συνδέεται με την εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου -αφορά την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 μίλια, δικαίωμα που- με βάση το διεθνές δίκαιο - το έχει το ελληνικό κράτος, αλλά δεν το έχει ασκήσει κάτω από την απειλή της Τουρκίας ότι θα απαντήσει σε μια τέτοια κίνηση με πόλεμο. Σημαντικό στοιχείο του συσχετισμού είναι η αντίδραση της Ρωσίας που εξασφαλίζει την έξοδο της στη Μεσόγειο από τα στενά του Βοσπόρου απειλώντας την Τουρκία με πόλεμο και δεν θα ήθελε να δει το Αιγαίο να μετατρέπεται σε κλειστή θάλασσα, όπως θα συμβεί με την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε κλειστή ελληνική θάλασσα και θα έδινε στην ελληνική πλευρά τη δυνατότητα της αποκλειστικής εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου. Με το σημερινό status quo, η εξόρυξη των όποιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Αιγαίο περνάει μέσα από το δρόμο της συνεκμετάλλευσης. Η συνεκμετάλλευση είναι το μάξιμουμ που μπορεί να πετύχει σήμερα η τούρκικη αστική τάξη. Περαιτέρω τροποποίηση της κατάστασης προς όφελός της μπορεί να υπάρξει μόνο με την κατάληψη εδάφους, κάποιου νησιού εν προκειμένω, αλλάζοντας τελείως τα θαλάσσια σύνορα στο Αιγαίο, μόνο δηλαδή με πολεμική αναμέτρηση. Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική αστική τάξη, που επίσης για να κατακτήσει καλύτερες θέσεις – επεκτείνοντας τα χωρικά της ύδατα - πρέπει να ρισκάρει με πόλεμο.
Οι σημερινές εξελίξεις στην περιοχή φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο τα ζητήματα αυτά. Σε αυτήν την αντιπαράθεση, φαίνεται ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει κατορθώσει σήμερα να συγκροτήσει έναν ισχυρό άξονα συμμαχιών, δεδομένο που μπορεί να δώσει στην ελληνική αστική τάξη την πρωτοβουλία των κινήσεων, μία εκ των οποίων μπορεί να είναι και η επιλογή της πολεμικής σύγκρουσης. Σταθμίζοντας το σημερινό συσχετισμό, η ελληνική πλευρά φαίνεται να έχει πλεονέκτημα και από άποψη συμμαχιών, αλλά και γιατί βρίσκει τον τούρκικο στρατό σε κατάσταση αδυναμίας μετά τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις αξιωματικών από την κυβέρνηση Ερντογάν και με το μέτωπο του Κουρδιστάν να αναζωπυρώνεται. Μειονέκτημα για την ελληνική πλευρά αποτελεί η κατάσταση του ελληνικού στρατού στις τάξεις του οποίου υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια μετά τις περικοπές στις παροχές των στρατιωτικών.
Για να μπει μια χώρα σε πολεμική αναμέτρηση πρέπει να υπάρχει συμφωνία όλων των μερίδων της κυρίαρχης τάξης και συναίνεση των καταπιεζόμενων τάξεων. Αν λοιπόν οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες και η κυβέρνησή τους εκτιμήσουν ότι αυτή είναι η κατάλληλη περίοδος για να παγιώσουν μέσω μιας πολεμικής αναμέτρησης ένα ευνοϊκό γι’ αυτούς status στο Αιγαίο, θα πρέπει να αναμένουμε μια εκστρατεία απόσπασης της συναίνεσης των καταπιεζόμενων τάξεων. Η εκστρατεία αυτή, πέρα από το στόχο της εμπέδωσης της εθνικής ενότητας που είναι κρίσιμη για τη νίκη σε έναν πόλεμο, θα έχει επιπλέον στόχο να μπει ταφόπλακα στο εργατικό κίνημα και να σιωπήσουν οι αντικυβερνητικές φωνές. Έτσι, αφού λήστεψαν τους εργαζόμενους, οι καπιταλιστές δεν θα διστάσουν να τους στείλουν και να πεθάνουν για τα συμφέροντά τους.
Ένας τέτοιος πόλεμος θα είναι από τη μεριά της Ελλάδας ένας ιμπεριαλιστικός – ληστρικός πόλεμος. Οι κομμουνιστές πρέπει από τώρα να εργαστούν στην κατεύθυνση της απόκρουσης της αστικής προπαγάνδας, υπονομεύοντας την «πίστη στο δίκαιο του αγώνα» που είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο για τη συνοχή του στρατού. Αν η ελληνική αστική τάξη προχωρήσει σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, θα πρέπει να βρει απέναντί της μια πρωτοπορία αποφασισμένη να μετατρέψει τον εθνικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε ταξικό εμφύλιο.
Βασίλης Θεοφανόπουλος



