Μείωση 25 % των μισθών στην Αγροτική Τράπεζα - Επίθεση στα εργατικά δικαιώματα σε όλες τις τράπεζες
Μείωση 25 % των μισθών στην Αγροτική Τράπεζα - Επίθεση στα εργατικά δικαιώματα σε όλες τις τράπεζες
Το πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης για τις συμβάσεις και την εργασιακή εφεδρεία, δίνει τη χαριστική βολή στην κλαδική σύμβαση στις τράπεζες. Εκτός από τη διάταξη που αφορά ειδικά τις κλαδικές συμβάσεις, η νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης εντάσσει στις επιχειρήσεις στις οποίες το μέσο εργατικό κόστος πρέπει να φτάσει το 65% αυτού που ήταν στις 31/12/2009 και τράπεζες. Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι γνωστό ότι σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται η Αγροτική Τράπεζα, αλλά δεν έχει ξεκαθαριστεί – ούτε από τα ίδια τα σωματεία όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις τους - αν οι μειώσεις αυτές αφορούν το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και την Τράπεζα Αττικής.
Ανεξάρτητα από το ποιες τράπεζες θα αφορά τελικά το πολυνομοσχέδιο, είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη αυτή – ακόμα κι αν αφορά μόνο την ΑΤΕ – θα συμπαρασύρει τις αμοιβές σε όλον τον κλάδο. Ήδη, στην τράπεζα Πειραιώς ο Σάλλας πρότεινε μειώσεις μισθών από 10% για τους χαμηλόμισθους μέχρι 20% για τους υψηλόμισθους ή 500 απολύσεις.
Ταυτόχρονα, η ΟΤΟΕ αντιμετωπίζει το δίλημμα/τελεσίγραφο από τους τραπεζίτες: ή υπογραφή κλαδικής σύμβασης με μείωση μισθών 10-15% ή δεν θα υπάρχει κλαδική σύμβαση και θα υπογράφονται μόνο επιχειρησιακές συμβάσεις ανά τράπεζα. Μη υπογραφή κλαδικής σύμβασης σημαίνει ότι παύει να έχει λόγο ύπαρξης η Ομοσπονδία, οπότε κινδυνεύουν οι θέσεις των γραφειοκρατών που βρίσκονται στην ηγεσία. Επομένως, δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς πως θα απαντήσουν οι γραφειοκράτες της ηγεσίας της ΟΤΟΕ σε αυτόν τον εκβιασμό.
Η μακρόχρονη πορεία εκφυλισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και στον τραπεζικό κλάδο, φαίνεται σήμερα από τον τρόπο που η συνδικαλιστική ηγεσία αντιμετωπίζει τις εξελίξεις. Προσανατολίζεται αποκλειστικά σε προσπάθειες εξαίρεσης του κλάδου ή της κάθε επιχείρησης (τράπεζας στη συγκεκριμένη περίπτωση), είναι έξω από την οπτική της η αγωνιστική συμπαράταξη με άλλους κλάδους, ο συντονισμός με άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, η εργατική αλληλεγγύη. Με την πολιτική της διασπά τους εργαζόμενους, οδηγεί τις Ομοσπονδίες και τα σωματεία στο να αντιμετωπίζουν την κυβέρνηση χωρίς συμμάχους, καταδικάζει το συνδικαλιστικό κίνημα στην ήττα.
Απολύτως χαρακτηριστικό για τα παραπάνω είναι ο τρόπος που χειρίστηκε ο Σύλλογος Εργαζομένων στην ΑΤΕ (ΣΕΑΤΕ) το ζήτημα. Παρά το ότι οι πιθανότητες να ενταχθεί και η ΑΤΕ στις μειώσεις μισθών ήταν αυξημένες, στην απεργία της 5ης Οκτωβρίου στην οποία συμμετείχε η ΑΔΕΔΥ και τα σωματεία των πρώην ΔΕΚΟ, αρνήθηκε να συμμετέχει. Με ανακοίνωσή του, το σωματείο ξεκαθάρισε ότι δεν καλύπτει όσους απεργήσουν, με το επιχείρημα ότι απεργούν όσοι εντάσσονται στην εργασιακή εφεδρεία και αφού δεν εντασσόμαστε δεν μας αφορά. Η ηγεσία του σωματείου καλλιέργησε την αυταπάτη πως είναι δυνατόν να καταρρέουν τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις των υπόλοιπων εργαζομένων, ενώ οι εργαζόμενοι στην ΑΤΕ, έχοντας «ικανούς συνδικαλιστές» και χωρίς αγώνες μαζί με τους άλλους εργαζόμενους, να καταφέρουν να βγουν αλώβητοι από την κρίση!
Η γραμμή αυτή είχε δείξει τα όριά της ήδη από το Μάιο του 2010, όταν ο ΣΕΑΤΕ πανηγύριζε επειδή η ΑΤΕ εξαιρέθηκε από τις περικοπές μισθών, όμως τελικά οι περικοπές έγιναν το Δεκέμβριο! Παράλληλα αποκοίμιζε τους συναδέλφους υιοθετώντας τα κυβερνητικά παραμύθια περί τραπεζικού πυλώνα, παρόλο που το ΔΝΤ είχε εκφράσει με σαφήνεια τις επιδιώξεις του: απελευθέρωση αγορών (προφανώς και αγοράς εργασίας) και ιδιωτικοποιήσεις.
Παρόλο που το επικαιροποιημένο μνημόνιο προβλέπει εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου το διάστημα 2011-2014 και την ιδιωτικοποίηση της Αγροτικής αφού εξυγιανθεί, δηλαδή αφού αλλάξει ο κανονισμός, συνδεθούν οι αμοιβές όπως τα επιδόματα με στόχους και περιοριστεί το μισθολογικό και μη κόστος, η ΠΑΣΚΕ έφθασε στο σημείο να γίνει απολογητής της διοίκησης και να κατηγορεί ότι υπονομεύουν την τράπεζα και παραπληροφορούν όσοι γράφουν ότι θα γίνουν απολύσεις στους τραπεζοϋπαλλήλους και θα πουληθεί το 51% της ΑΤΕ!
Όπως λοιπόν διαψεύστηκαν όλες οι μέχρι τώρα αυταπάτες που καλλιεργούσε η γραφειοκρατία, έτσι έγινε και αυτήν τη φορά και μάλιστα πολύ πιο γρήγορα. Τα ξημερώματα της Παρασκευής 7/10 στη διάταξη του πολυνομοσχεδίου που προβλέπει για το δημόσιο τομέα μέσο μισθό 1.900 μικτά σε δωδεκάμηνη βάση και πλαφόν 3.000 μικτά εντάχθηκαν και οι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας, πράγμα που σήμαινε ότι το μέσο εργατικό κόστος στην τράπεζα έπρεπε να μειωθεί κατά 42 %. Η πλειοψηφία του Δ.Σ. του ΣΕΑΤΕ προσπάθησε παρασκηνιακά να πετύχει την εξαίρεσή της ΑΤΕ. Εξήγγειλε απεργία για τη Δευτέρα 10/10 και στη συνέχεια τη μετέφερε για την Τρίτη 11/10, επιλέγοντας να γίνει η απεργία όσο πιο «διακριτικά» γίνεται: Δεν στάλθηκε δελτίο τύπου σε εφημερίδες, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Δεν υπήρχε πανό έξω από το κεντρικό κτίριο της τράπεζας, όπου υποτίθεται ότι θα γινόταν κατάληψη, όπως είχε αποφασίσει το Δ.Σ.. Δεν κυκλοφόρησε προκήρυξη, ούτε υπήρξε ενημέρωση κλιμακίων συλλόγου στα καταστήματα, ούτε περιφρούρηση, ούτε προγραμματίστηκε κάποια εκδήλωση. Ωστόσο, παρά την κάκιστη προετοιμασία της απεργίας, το ποσοστό των απεργών έφτασε το 64%.
Παράλληλα, οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις των γραφειοκρατών, το μόνο που «πέτυχαν» ήταν η μείωση των αποδοχών να περιοριστεί στο 25%. Ταυτόχρονα ο ΣΕΑΤΕ επέμεινε στη γραμμή της εξαίρεσης όπως φαίνεται από το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα της ανακοίνωσής του: «Η εξαίρεση της Αγροτικής Τράπεζας από τις ρυθμίσεις του πολυνομοσχεδίου, που έχει κατατεθεί στη βουλή, επιβάλλεται, όχι για να μην υπάρξουν μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων (αυτές υπήρξαν κι ήταν μεγάλες και πολλαπλές), αλλά για να σωθεί η Τράπεζα, της αγροτιάς και της υπαίθρου, του μικροεπιχειρηματία και του μισθωτού, η Τράπεζα του Δημοσίου, από την καταστροφή και τον αφανισμό, κάτι που μόνο τους ανταγωνιστές θα ωφελήσει. Εκτός κι αν αυτό είναι, τελικά, το επιδιωκόμενο από την ακολουθούμενη πολιτική!».
Με αυτήν την κατεύθυνση, είναι βέβαιο ότι οι 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις από την Δευτέρα 17-10-2011, δεν πρόκειται να οδηγήσουν πουθενά και το σωματείο θα βρεθεί τελικά σε ακόμα χειρότερη θέση, έχοντας καταγράψει μια ακόμα ήττα. Η μόνη λύση είναι η διεξαγωγή έκτακτης Γενικής Συνέλευσης και η εκλογή επιτροπής αγώνα που θα αναλάβει το συντονισμό με τα σωματεία του κλάδου, αλλά και με το σύνολο των συνδικαλιστικών οργανώσεων που βρίσκονται σε σύγκρουση με την κυβέρνηση. Στόχος πρέπει να είναι η συγκρότηση ενός πλατιού αγωνιστικού μετώπου σωματείων και ομοσπονδιών για την ανατροπή της κυβέρνησης, του μνημονίου και της τρόικας.
Βασίλης Θεοφανόπουλος



