[2026-03-25] Απόφαση Ολομέλειας της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ (15.03.2026)
Απόφαση Ολομέλειας
1. Αρχή γενικευμένου πολέμου
Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός πιο γενικευμένου πολέμου από αυτούς που έχει κάνει σχεδόν συνήθεια ο καπιταλισμός μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό προκύπτει όχι μόνο γιατί όλο και πιο συχνά ακούγεται ότι οδεύουμε στον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε μόνο γιατί αυξάνονται συνεχώς οι δαπάνες για πολεμικούς εξοπλισμούς, δαπάνες οι οποίες θα χρεοκοπήσουν τις καπιταλιστικές οικονομίες, αν δεν γίνει πόλεμος.
Προκύπτει και από το γεγονός ότι ακόμα και οι πόλεμοι που εξελίσσονται αυτή τη στιγμή δεν είναι απλώς περιφερειακοί και τοπικοί πόλεμοι. Στον πόλεμο στην Ουκρανία συμμετέχουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο δεκάδες χώρες (από την πλευρά της Ρωσίας: η Κίνα, η Β. Κορέα, το Ιράν· από την πλευρά της Ουκρανίας: οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Βρετανία). Στη Γάζα γίνεται το ίδιο: η γενοκτονία που επιχειρούν οι Ισραηλινοί δεν θα μπορούσε καν να ξεκινήσει χωρίς τις πλάτες των ΗΠΑ και της ΕΕ. Και η βάση της αποπειρώμενης γενοκτονίας δεν είναι μόνο η ρατσιστική φύση του Ισραηλινού κράτους αλλά η ανάγκη των ΗΠΑ να ελέγξουν τους δρόμους εμπορίου στη Μ. Ανατολή ως αντίβαρο στους δρόμους του μεταξιού της Κίνας. Αυτό κάνει τις ΗΠΑ να κλείνουν τα μάτια στα εγκλήματα του Ισραήλ. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τον εμφύλιο που μαίνεται στο Σουδάν, όπου οι αντίπαλες παρατάξεις έχουν από πίσω τους τη στήριξη συγκρουόμενων ιμπεριαλιστών (των Ρώσων και των Αμερικανών). Η Βενεζουέλα, και η επέμβαση των ΗΠΑ εκεί, αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα, όπου η επεμβατική πολιτική των ΗΠΑ είχε ως στόχο να σταματήσει η Βενεζουέλα να είναι χώρα φιλική προς την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα, οι αμερικανικές εταιρείες βάζουν χέρι στα αποθέματα πετρελαίου της σε βάρος των ανταγωνιστών τους.
Εν ολίγοις, όλες οι περιφερειακές συγκρούσεις που βλέπουμε έχουν μια έντονη εξωτερική πλευρά: αναπτύσσονται πάνω στο υπόβαθρο της σύγκρουσης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα.
Η ανάγκη για πόλεμο
Για το επόμενο διάστημα, ο πόλεμος και η απειλή του θα παίξει κυρίαρχο ρόλο στις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αντίστοιχο με τον ρόλο που έπαιξε η λιτότητα (με μνημόνια ή όχι) στις καπιταλιστικές χώρες μετά την κρίση του 2008-9. Από κείνη την περίοδο, φάνηκε ότι το μοντέλο της νεο-συντηρητικής επίθεσης που κυριάρχησε τα προηγούμενα 30 χρόνια (από τα μέσα του ’70 και μετά) εξάντλησε δυναμική του. Το μοντέλο αυτό στηριζόταν στην ιδιωτικοποίηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούνταν προηγουμένως από το κράτος, στη συρρίκνωση του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», στην επίθεση στα δικαιώματα της εργατικής τάξης, στην κατάργηση κάθε «ρύθμισης» (δηλαδή, κάθε μέτρου που επέτρεπε την πώληση της εργατικής δύναμης με καλύτερους όρους), στο άνοιγμα όλων των εθνικών αγορών στις αδηφάγες ορέξεις των μεγάλων μονοπωλίων (όχι μόνο για την εκμετάλλευση της φθηνότερης εργατικής δύναμης των πιο αδύναμων χωρών αλλά και για το φθήναιμα της εργατικής δύναμης της εργατικής τάξης των αναπτυγμένων χωρών). Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των άλλων λαϊκών δημοκρατιών φάνηκε για μια στιγμή ότι ο καπιταλισμός ήταν το «τέλος της ιστορίας» σε παγκόσμια κλίμακα και θα συνέχιζε να αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Η κρίση του 2008-9 έγινε παγκόσμια εξαιτίας των παγκόσμιων συνδέσεων του κεφαλαίου και έδειξε ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αποφύγει τις κρίσεις.
Η χώρα που απέφυγε την κρίση, η Κίνα, αναδείχθηκε σε ανταγωνιστή των ΗΠΑ και των άλλων αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών της Δύσης. Ουσιαστικά, είναι η πρώτη φορά από τις αρχές του αιώνα και της εισόδου στην ιμπεριαλιστική φάση του καπιταλισμού που μια διαφορετική δύναμη από τις γνωστές μεγάλες δυνάμεις που αναφέρει ο Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό» αμφισβητεί τις παραδοσιακές δυνάμεις και επιδιώκει να μπει και εκείνη στο κλαμπ των μεγάλων δυνάμεων, με αξιώσεις να είναι αυτή η πιο ισχυρή δύναμη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι επεδίωξε, και δεν το έκρυψε, να κυριαρχήσει στις ανώτερες σφαίρες της τεχνολογίας αντί να παίξει απλώς τον ρόλο μιας χώρας που θα στηρίζεται στις επενδύσεις ξένου κεφαλαίου και την εκμετάλλευση της εργατικής της τάξης από ξένους καπιταλιστές. Οι αλλαγές στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, όμως, δεν γίνονται αναίμακτα. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι η προσπάθεια των ΗΠΑ να εμποδίσουν πάση θυσία την άνοδο της Κίνας στον τεχνολογικό τομέα και την επέκτασή της στις αγορές.
Η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίζει με πιο βάναυσο και στοχευμένο τρόπο αυτήν την πολιτική. Σκοπός της πολιτικής αυτής είναι να επανακατακτήσουν οι ΗΠΑ την κυρίαρχη θέση στον βιομηχανικό τομέα, όπου πλέον η Κίνα έχει κυριαρχήσει, να διατηρήσουν τα σκήπτρα στον τεχνολογικό τομέα, όπου οι ΗΠΑ κινδυνεύουν σοβαρά, και να περιορίσουν την Κίνα σε μια περιορισμένη σφαίρα επιρροής. Τα μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών είναι οι δασμοί και οι βόμβες. Σκοπός των δασμών είναι να ανορθωθεί η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ ή έστω να μεταφερθούν οι αλυσίδες παραγωγής σε φίλιες χώρες. Οι «βόμβες» χρησιμοποιούνται για να αποσπάσουν οι ΗΠΑ όποια χώρα συντάσσεται με την Κίνα και τη Ρωσία από την επιρροή αυτών των χωρών και να την υποτάξουν στις ανάγκες των ΗΠΑ.
Το υπόβαθρο αυτής της ανάγκης για πόλεμο δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός ότι η άνοδος της Κίνας και η σχετική παρακμή των ΗΠΑ θέτει αυτές τις δύο χώρες σε τροχιά σύγκρουσης. Η διεθνής καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2008 και ο τρόπος που ξεπεράστηκε (χωρίς μεγάλης κλίμακας καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων) οδήγησε σε αδύναμες αναπτυξιακές επιδόσεις τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες αλλά και τις λεγόμενες «αναδυόμενες» οικονομίες (π.χ., οι χώρες των BRICS: Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική. Ακόμα και οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας περιορίστηκαν σε σύγκριση με αυτούς που είχε πριν την κρίση). Καθόλου τυχαία η περίοδος μετά την κρίση του 2008-2009 ονομάζεται η περίοδος της Μακροχρόνιας Στασιμότητας. Χαρακτηρίζεται από αναιμικές επιδόσεις στην ανάπτυξη και ταυτόχρονα υψηλό πληθωρισμό. Αυτές οι συνθήκες, χαμηλή ανάπτυξη και ακρίβεια, εντείνουν τις αντιφάσεις σε κάθε καπιταλιστική οικονομία αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο: συσσωρεύεται κεφάλαιο που δεν επενδύεται σε παραγωγικές επενδύσεις (καθώς οι προοπτικές κέρδους είναι ισχνές), η θέση των εργαζομένων χειροτερεύει (λόγω αδυναμίας εξεύρεσης καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας και λόγω της ακρίβειας που κατατρώει το μισθό), αυξάνει ο προστατευτισμός σε κάθε χώρα για να προστατευτεί το εθνικό κεφάλαιο από το ξένο, το παγκόσμιο εμπόριο μειώνεται, εντείνονται οι προσπάθειες για εξεύρεση νέων αγορών σε βάρος των ανταγωνιστών, κτλ. Η αδυναμία του καπιταλισμού να βρει μια ξεκάθαρη διέξοδο από την κρίση με οικονομικά μέσα εντείνει την ανάγκη να βρεθεί λύση μέσω του πολέμου.
Η λύση αυτή είναι γνωστή από το παρελθόν: ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε μια ξεκάθαρη λύση στην οικονομική κρίση του μεσοπολέμου. Οι κρίσεις στον καπιταλισμό επιλύονται με καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και ο πόλεμος είναι ο πιο γρήγορος και πιο αποτελεσματικός τρόπος για τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.
Είναι άλλη μια έκφανση της σαπίλας του καπιταλισμού ότι η πρόοδος στις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας αντί να χρησιμοποιηθεί για να απαλλάξει την ανθρωπότητα από το βάσανο της σκληρής εργασίας και των αναγκών της επιβίωσης, χρησιμοποιείται για τη μαζική καταστροφή της ανθρωπότητας. Απόλυτα λογικό για ένα σύστημα όπου η παραγωγή αγαθών γίνεται μόνο στο βαθμό που παράγονται κέρδη για τον ιδιώτη ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής, δηλ., τον καπιταλιστή, και όχι για την κάλυψη των αναγκών των άμεσων παραγωγών, της εργατικής τάξης.
Ο πόλεμος στο Ιράν
Η επέμβαση των αμερικανών και ισραηλινών ιμπεριαλιστών στο Ιράν εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο. Δεν πρόκειται για τοπικό πόλεμο αλλά για οικουμενικό πόλεμο. Παρόλο που στα χαρτιά ο πόλεμος διεξάγεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και Ισραήλ από τη μια, και το Ιράν από την άλλη, η έναρξή του, η συνέχισή του και η κατάληξή του δεν αφορά αυτές τις τρεις δυνάμεις μόνο. Η Ρωσία και η Κίνα εμπλέκονται έμμεσα. Η Ρωσία, όπως λένε αμερικανικές πηγές, τροφοδοτεί με στρατιωτικές πληροφορίες το Ιράν, ενώ η Κίνα έδωσε πολεμικό υλικό στο Ιράν. Το σίγουρο είναι ότι η εξέλιξη και η κατάληξη του πολέμου στο Ιράν θα αναδιαμορφώσει συνολικά όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά την παγκόσμια διάταξη και ισχύ των μεγάλων δυνάμεων. Εκτός από τους Παλαιστίνιους, το Ιράν και οι σύμμαχοί του είναι η μόνη δύναμη που αντιστέκεται στην κυριαρχία των αμερικανών και ισραηλινών ιμπεριαλιστών στην περιοχή και, επιπλέον, το Ιράν αποτελεί σύμμαχο της Ρωσίας και της Κίνας. Η αλλαγή της γεωπολιτικής κατεύθυνσης του Ιράν υπέρ των ΗΠΑ, με όποιον τρόπο κι αν επιτευχθεί, ανατρέπει την ισορροπία δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο υπέρ των ΗΠΑ και σε βάρος της Ρωσίας και της Κίνας. Αντίθετα, αδυναμία των ΗΠΑ να επιφέρουν μια τέτοια αλλαγή, θα αποτελέσει σημείο καμπής και κάμψης της δικής τους δύναμης. Αυτό το αντιλαμβάνονται οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές, ίσως καλύτερα από τους ρώσους και τους κινέζους ιμπεριαλιστές, και φαίνεται να είναι αποφασισμένοι να επιφέρουν αυτήν την αλλαγή στο Ιράν, ακόμα κι αν προκληθεί με την καταστροφή της χώρας.
Τα προβλήματα των ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν το Ιράν από τη συμμαχία του με τη Ρωσία και την Κίνα, δεν έγκεινται στη βοήθεια που δίνουν ή θα μπορούσαν να δώσουν η Ρωσία και η Κίνα στο Ιράν, που άλλωστε δεν είναι σημαντική μέχρι στιγμής. Τα προβλήματα έχουν να κάνουν με τις ίδιες τις ΗΠΑ και τη δύναμή της ως ιμπεριαλιστική χώρα. Η συνέχιση του πολέμου και η αντίσταση του Ιράν σημαίνει ότι δεν αποδυναμώνεται μόνο το οπλοστάσιο του Ιράν αλλά και το οπλοστάσιο των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν μια αποδυναμωμένη βιομηχανική βάση σε σχέση με την κυριαρχία τους στον καπιταλιστικό κόσμο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και, επομένως, μεγαλύτερη αδυναμία να ανανεώνουν το οπλοστάσιό τους. Οικονομικά, επίσης, είναι πιο αποδυναμωμένες. Το χρέος τους είναι γιγάντιο, 37,6 τρισ. δολ. ή 124% του ΑΕΠ. Ο πόλεμος οδηγεί σε αύξηση των τιμών και πλήττει την εργατική τάξη των ΗΠΑ, που, ούτως ή άλλως, δεν έχει κάποιο λόγο να στηρίξει αυτόν τον πόλεμο. Η εργατική τάξη των ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με ανεργία, στάσιμους μισθούς, μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα.
Από την πλευρά του Ιράν, το πραγματικό πρόβλημα του θεοκρατικού καθεστώτος δεν είναι ότι το οπλοστάσιό του δεν είναι τόσο πλούσιο και ισχυρό, όπως των Αμερικανών και των Ισραηλινών, ή ότι η Ρωσία και η Κίνα δεν παρέχουν πιο ενεργητικά την υποστήριξή τους. Το πρόβλημα είναι το ίδιο το καθεστώς, που είναι βαθύτατα διεφθαρμένο και ανίκανο και δεν έχει καταφέρει να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον στον ιρανικό λαό και την ιρανική εργατική τάξη, από το 1979 που ανέλαβε την εξουσία. Η διεφθαρμένη αστική του τάξη, που αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από τους μουλάδες και την στρατιωτική κάστα των Φρουρών της Επανάστασης, είναι πιο ευάλωτη στις πιέσεις, ειδικά όταν παίζεται το κεφάλι της. Η εργατική τάξη του Ιράν και του κόσμου ολόκληρου δεν μπορεί να έχει καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό το καθεστώς, παρόλο που επιδιώκουμε έμπρακτα την ήττα των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Η καλύτερη δυνατή εξέλιξη για μας είναι φυσικά η ήττα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ήττα σε στρατιωτικό επίπεδο σημαίνει ότι δεν πραγματοποιείται αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, το υπάρχον καθεστώς δεν κάνει φιλοδυτική στροφή, οι καταστροφές στις υποδομές του Ιράν είναι αντιστρέψιμες και δεν ξεσπάει κάποια ένοπλη σύγκρουση στο ιρανικό έδαφος. Σημαίνει επίσης ότι ο πόλεμος κρατάει σε μάκρος, αποδυναμώνει στρατιωτικά τους αμερικάνους και ανατρέπει τον ευρύτερο σχεδιασμό τους στην περιοχή (συμφωνίες Αβραάμ). Σε πολιτικό επίπεδο σημαίνει αποδυνάμωση των φιλοαμερικανικών πολιτικών δυνάμεων στις σύμμαχες χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα.
Κακή εξέλιξη θα είναι η διάλυση των υποδομών του Ιράν και το παράλληλο ξέσπασμα εμφύλιου πολέμου στο έδαφός του, που είναι το καλύτερο αποτέλεσμα που μπορούν να πετύχουν οι ΗΠΑ, βυθίζοντας το Ιράν στην εσωστρέφεια και καθιστώντας το ανίκανο να παίξει ευρύτερο ρόλο στην περιοχή.
Ε.Ε. και πόλεμοι
Οι μεγάλες δυνάμεις εντός Ε.Ε. βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση από τα γεγονότα στην Ουκρανία. Αποκόπηκαν από τη Ρωσία και τη φτηνή ρωσική ενέργεια και βρέθηκαν εξαρτημένες από το ακριβό αμερικάνικο φυσικό αέριο, ενώ επιπλέον δεν καταφέρνουν να αποκομίσουν κανένα κέρδος από την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της Ουκρανίας. Το έλλειμμα στρατιωτικής ισχύος, τις καταδίκασε στο ρόλο του «φτωχού συγγενή» των ΗΠΑ, οι οποίες καταγράφουν σημαντικά κέρδη: απέκοψαν τη Ρωσία από την Ε.Ε., βρήκαν αγορά για το φυσικό τους αέριο και απέσπασαν την Ουκρανία από τη ρωσική επιρροή (ακόμα κι αν δεν μπει στο ΝΑΤΟ η Ουκρανία, θα είναι μια χώρα εχθρική προς τη Ρωσία). Για να τα πετύχουν αυτά, δεν δίστασαν να οδηγήσουν την Ουκρανία στην καταστροφή.
Η δυσχερής θέση των μεγάλων δυνάμεων της Ε.Ε. καθόρισε την πολιτική απόφαση να καλυφτεί το χάσμα στρατιωτικής ισχύος με μεγάλες επενδύσεις στον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, αλλά και συστηματική προσπάθεια να αλλάξει το «κλίμα» στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Οι δηλώσεις για «φέρετρα με σημαία» και για το «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι της Ευρώπης) εντάσσονται σε αυτήν την προσπάθεια.
Το να συνηθίσει μια χώρα να δέχεται φέρετρα στρατιωτών με σημαίες επάνω, είναι κρίσιμος όρος για μια μεγάλη δύναμη. Οι ΗΠΑ έχουν αυτό το «προνόμιο». Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά έχουν δεχτεί δεκάδες χιλιάδες «φέρετρα με σημαία» από τα πολεμικά μέτωπα που έχουν εμπλακεί. Και αν στον πόλεμο του Βιετνάμ, η αμερικάνικη κοινωνία διχάστηκε, αυτό δεν συνέβη σε μια σειρά άλλες πολεμικές επεμβάσεις (Γρενάδα, Ιράκ, Αφγανιστάν κλπ.).
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν όμως πικρή πείρα από τα «φέρετρα με σημαία» και τις πολιτικές τους συνέπειες. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι εκατομμύρια νεκροί στρατιώτες οδήγησαν σε επαναστατική δράση τις μάζες και τα αστικά καθεστώτα κινδύνεψαν από το επαναστατικό κύμα που ανέτρεψε τη ρωσική μοναρχία και κλόνισε (αλλά δεν ανέτρεψε) την αστική κυριαρχία στη Γερμανία και την Ουγγαρία. Η εμπλοκή στον πόλεμο εισάγει στην κοινωνία ένα κλίμα βίας που δεν υπάρχει στις ειρηνικές περιόδους, ενώ η καθολική στράτευση που χαρακτήριζε τους στρατούς παλιότερα, οδηγούσε στον εξοπλισμό της εργατικής τάξης, η οποία ενίοτε έστρεφε τα όπλα ενάντια στους εκμεταλλευτές της. Η διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία από τη ρωσική κυβέρνηση είναι χαρακτηριστική. Η κυβέρνηση Πούτιν φαίνεται να έχει διαβάσει καλά τα μαθήματα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: αποφεύγεται η καθολική επιστράτευση και γίνεται προσπάθεια οι αβαρίες του πολέμου να μην επηρεάζουν την καθημερινή ζωή.
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο έχουν απολαύσει μια μακρά ειρηνική περίοδο με περιορισμένη στρατιωτική εμπλοκή τους σε πολεμικές επεμβάσεις. Για να διατηρήσουν και να ενισχύσουν τη θέση τους στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, καλούνται σήμερα να κάνουν ένα άλμα που είναι αβέβαιο και μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη μεριά, προσπαθούν να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική τους υπεροχή για να διατηρήσουν την παγκόσμια κυριαρχία τους. Η εμπλοκή τους στην Ουκρανία, είναι πιθανό να καταλήξει σε έναν νέο πολεμικό γύρο, στον οποίον θα στηρίξουν το καθεστώς Ζελένσκι με όλες τους τις δυνάμεις. Φαίνεται να θέλουν να αποφύγουν κάτι τέτοιο με την απόπειρα της κυβέρνησης Τραμπ για μια συμφωνία ειρήνευσης με τη Ρωσία, η οποία στοχεύει να απελευθερώσει πόρους και στρατιωτικό δυναμικό για να μπορέσουν οι ΗΠΑ να ασχοληθούν με τον βασικό τους αντίπαλο, την Κίνα, αλλά και να επιστρέψουν στην «πίσω αυλή» τους, τη Λατινική Αμερική, όπως φαίνεται με την επιθετική-ληστρική τους πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα και την πιθανή επέμβαση στην Κούβα. Η ενασχόληση με την Μ. Ανατολή, είναι ένας ακόμα λόγος που θα προσπαθήσουν να απεμπλακούν όσο γίνεται από την Ουκρανία και να αφήσουν του Βρετανούς και την ΕΕ να αναλάβουν το κόστος του πολέμου σ’ αυτό το μέτωπο.
Σε κάθε περίπτωση, οι προεκλογικές υποσχέσεις Τραμπ για ειρήνη στην Ουκρανία και απεμπλοκή των ΗΠΑ από τα διάφορα μέτωπα αποδεικνύονται κούφιες. Η ακροδεξιά κυβέρνηση Τραμπ είναι μια αδίστακτη πολεμική κυβέρνηση. Τέτοιες μπορεί να δούμε και στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, καθώς η απουσία Αριστεράς στρέφει τη δυσαρέσκεια προς την άκρα δεξιά, η οποία θεωρείται πιθανό να επικρατήσει εκλογικά στη Γερμανία, τη Γαλλία, αλλά και την Αγγλία, δηλαδή στις βασικές μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης.
Το βασικό όπλο στον πόλεμο είναι ο άνθρωπος. Όσο προηγμένα κι αν είναι τα όπλα ενός στρατού, βασικός όρος για τη νίκη είναι η συνοχή του στρατού, η «πίστη στο δίκαιο του αγώνα» όπως γράφουν τα στρατιωτικά εγχειρίδια ή η «συναίνεση των καταπιεζόμενων τάξεων» κατά Λένιν. Οι ΗΠΑ έχουν πλεονέκτημα και σε αυτό το πεδίο (πέρα από την υπεροχή τους σε οπλισμό). Έχουν καταφέρει να διαθέτουν το αναγκαίο στρατιωτικό δυναμικό χωρίς να καταφεύγουν σε επιστράτευση ή στην καθολική στράτευση. Στις ένοπλες δυνάμεις κατατάσσονται τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα, μερικές φορές μάλιστα χωρίς να έχουν καν την αμερικάνικη υπηκοότητα. Επιπλέον, διαθέτουν εμπειροπόλεμες ένοπλες δυνάμεις, καθώς αυτές υλοποιούν τα επιθετικά σχέδια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Καμία άλλη μεγάλη δύναμη δεν μπορεί να αποδείξει ότι έχει τέτοιο επίπεδο συνοχής των ενόπλων δυνάμεών της. Και σίγουρα καμία άλλη μεγάλη δύναμη δεν έχει τόσο εμπειροπόλεμες δυνάμεις. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν να εμπλακούν σε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μικρότερης κλίμακας πόλεμοι (π.χ. Φώκλαντ – Μ. Βρετανία) δεν αλλάζουν αυτήν την εικόνα. Η Κίνα έχει να εμπλακεί σε πόλεμο από το 1979 και την εισβολή της στο Βιετνάμ προς υποστήριξη του καθεστώτος του Πολ Ποτ στην Καμπότζη.
Η υπονόμευση του ηθικού των ενόπλων δυνάμεων και της «πίστης στο δίκαιο του αγώνα» είναι η βασική τακτική των κομμουνιστών για να μετατρέψουν τον εθνικό-ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε ταξικό-εμφύλιο πόλεμο.
Στις χώρες του ΝΑΤΟ, οι κομμουνιστές επιδιώκουν την ήττα των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων. Η πολεμική ήττα γεννάει πάντα πολιτική κρίση, ενισχύει την πάλη για την εξουσία και δημιουργεί ευκαιρία για επανάσταση.
2. Η εσωτερική κατάσταση
Οι διαμάχες μεταξύ των κεφαλαιοκρατών, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις εκδηλώνονται με σκληρές επιθέσεις στην κυβέρνηση από τα ΜΜΕ που ελέγχουν, έχουν σαν υπόβαθρο την απόσυρση του εργατικού κινήματος από το πολιτικό προσκήνιο. Η απουσία αντιπάλου «απελευθερώνει» τους κεφαλαιοκράτες στις μεταξύ τους διαμάχες, καθώς δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποιος κίνδυνος που θα τους αναγκάσει σε αυτοσυγκράτηση.
Το μοντέλο του κυρίαρχου κόμματος που διαμορφώθηκε την τελευταία εξαετία, φάνηκε αποτελεσματικό στη διακυβέρνηση, αλλά παρουσιάζει ρωγμές και με τη ρευστότητα που κυριαρχεί στη διεθνή σκηνή μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές να διαχειριστεί μεγάλες κρίσεις.
Ωστόσο, είναι αυτή η ρευστότητα και οι καταιγιστικές εξελίξεις –όπως ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Ιράν– που ενισχύει προσωρινά το κυβερνητικό κόμμα, καθώς εμφανίζεται σαν εγγυητής της εσωτερικής σταθερότητας. Το φαινόμενο της «συσπείρωσης γύρω από τη σημαία» που παρατηρείται σε περιόδους πολέμου, πάντα ενισχύει την κυβέρνηση.
Η ΝΔ θα επιχειρήσει να επιβεβαιώσει την κυριαρχία της με το δίλημμα της σταθερότητας και μπορεί βάσιμα να ελπίζει στη στήριξη της αστικής τάξης (ακόμα και των μερίδων της που σήμερα της επιτίθενται με σφοδρότητα). Παρά τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά του κυβερνητικού κόμματος, η μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά (μην ξεχνάμε ότι η δεξιά στις διάφορες εκδοχές της κατέγραψε πάνω από 50% στις εκλογές του 2023) δημιουργεί πολλές επιμέρους εκλογικές δεξαμενές από τις οποίες μπορεί να αντλήσει υποστήριξη η ΝΔ και περιορίζει τη δυνητική απήχηση της λεγόμενης «κεντροαριστερής» αντιπολίτευσης.
Σαν βασικός αντίπαλος της ΝΔ εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ, παρά τη μεγάλη διαφορά που έχουν στις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων. Είναι το μοναδικό κόμμα που εμφανίζεται να βελτιώνει τα ποσοστά του σε σύγκριση με τις εκλογικές επιδόσεις του 2023 και 2024, ωστόσο η εκλογική του επιρροή παραμένει ασύμμετρη και γεωγραφικά περιχαρακωμένη με πολύ χαμηλές επιδόσεις στις πόλεις. Τα χειρότερα ποσοστά του καταγράφονται σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, ενώ εμφανίζει καλές επιδόσεις σε επαρχιακές περιοχές που είχε παράδοση καλής παρουσίας (π.χ. Κρήτη). Η όλη παρουσία του δεν δείχνει δυναμική που να καθιστά ρεαλιστικό τον στόχο που έχει βάλει η ηγεσία του για κατάκτηση της πρώτης θέσης. Θα αντιμετωπίσει πολύ μεγάλη πίεση σε περίπτωση που οι κάλπες δεν βγάλουν αυτοδυναμία. Η εσωτερική διαμάχη για τη στάση του κόμματος σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας της ΝΔ θα ξεκινήσει από το επικείμενο συνέδριο στα τέλη Μάρτη, όπου η πρόταση Δούκα για απόφαση με την οποία θα αποκλειστεί κάθε κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ θα βρεθεί στο επίκεντρο.
Η λογική στάση για το σημερινό ΠΑΣΟΚ είναι η στήριξη μιας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας με ανταλλάγματα. Μια τέτοια στάση θα επαναφέρει στελέχη του ΠΑΣΟΚ σε κυβερνητικές θέσεις (τις οποίες δεν έχουν δει από το 2014) και θα προκαλέσει λιγότερη ζημιά. Η άρνηση στήριξης κυβέρνησης ΝΔ σημαίνει εκλογική συρρίκνωση σε δεύτερες κάλπες, πιθανή διάσπαση με στελέχη που θα μεταπηδήσουν στη ΝΔ και διαλυτικά φαινόμενα.
Η κίνηση Τσίπρα με την έκδοση βιβλίου και το περίφημο rebranding επιδιώκει τη δημιουργία ενός κόμματος στο χώρο του κατακερματισμένου ΣΥΡΙΖΑ. Η παρουσίαση του βιβλίου του προβλήθηκε θετικά από τα ΜΜΕ ιδιοκτησίας Μελισσανίδη (Ναυτεμπορική, Εφ. Συν.) αποκαλύπτοντας τα συμφέροντα που τον στηρίζουν.
Το βιβλίο δέχτηκε –αναμενόμενη– κριτική, ενώ αμφισβητήθηκαν πολλά από όσα γράφει ως ψευδή. Η σύγκριση με το αντίστοιχο βιβλίο του Βαρουφάκη, όπου τα περιστατικά που καταγράφονται δεν τόλμησε κανείς να τα διαψεύσει (πιθανολογώντας ίσως ότι ο Βαρουφάκης έχει ηχογραφημένα ντοκουμέντα) είναι συντριπτική, καθώς την έκδοση του βιβλίου του Τσίπρα ακολούθησε ομοβροντία διαψεύσεων.
Η κίνηση Τσίπρα δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Θα πρέπει να ακολουθήσει η εμφάνιση ενός πολιτικού σχήματος με θέσεις και πρόγραμμα και είναι απίθανο να παρουσιαστεί κάτι συγκλονιστικά διαφοροποιημένο από ένα ακόμα μνημονιακό κόμμα. Η παρουσία του ελεεινού ρουφιάνου των τραπεζών και της τρόικας Χουλιαράκη, στο πάνελ της πρώτης παρουσίασης του βιβλίου του Τσίπρα, δίνει σαφές στίγμα του νέου εγχειρήματος. Το βασικό επιχείρημα που φαίνεται να αναδύθηκε από την παρουσίαση του βιβλίου είναι η τιμιότητα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που δεν μπορεί να συγκροτήσει πολιτική πλατφόρμα.
Ο Τσίπρας βρίσκεται σήμερα σε μια σχετικά προνομιακή θέση, με την έννοια ότι απολαμβάνει του ενδιαφέροντος της κατακερματισμένης βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και συγκεντρώνει τις προσδοκίες της, χωρίς όμως να εκτίθεται σε κριτική, αφού δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να ασκηθεί κριτική (κόμμα με θέσεις και πρόγραμμα). Ο φορέας που θα ιδρύσει θα προσελκύσει σίγουρα πολιτικούς παράγοντες από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, οι οποίοι δεν έχουν πιθανότητα εκλογής και μπορούν να ελπίζουν σε καλύτερη τύχη με τον φορέα Τσίπρα, αλλά είναι πολύ αμφίβολο αν θα καταφέρει να πλησιάσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ του 2023. Το 17% του Ιουνίου του 2023 είναι μακρινό ταβάνι για το εγχείρημα Τσίπρα.
Σε κάθε περίπτωση, η κίνηση Τσίπρα έχει προκαλέσει κινητικότητα. Η Νέα Αριστερά, η οποία παρά τα ισχνά εκλογικά της ποσοστά έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος της οργανωμένης βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, είναι κατακερματισμένη μεταξύ διαφορετικών πολιτικών σχεδίων και οι εναπομείναντες ΣΥΡΙΖΑίοι το ίδιο. Μικρό μέρος αυτών των δυνάμεων κινείται προς το ΜΕΡΑ25, το οποίο βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας με τα επεισόδια στο Πολυτεχνείο.
Η εκπαραθύρωση ΑΡΑΣ και ΛΑΕ από τη συμμαχία του ΜΕΡΑ25, με αφορμή τους τραμπουκισμούς της ΑΡΑΣ στο τριήμερο του Πολυτεχνείου, ήταν κάτι περίπου νομοτελειακό. Το ΜΕΡΑ25 αργά ή γρήγορα θα αναγκαζόταν να διαλύσει αυτή τη συμμαχία, αν δεν ήθελε να αυτοκτονήσει πολιτικά. Η συγκεκριμένη συμμαχία του προκάλεσε ζημιά και αποτελεί τη βασική αιτία που το ΜΕΡΑ25 βρέθηκε εκτός Βουλής, καθώς έσυρε το ΜΕΡΑ25 σε μια κινηματίστικη γραμμή παρόμοια με αυτή που οδήγησε την ΛΑΕ στην εξαΰλωση. Ωστόσο, είναι ακόμα ασαφές τι συνέπειες θα έχει σε αυτόν τον σχηματισμό η συγκεκριμένη εξέλιξη, αν και φαίνεται προς το παρόν να προσελκύει δυνάμεις προερχόμενες από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.
Το ένα πιθανό σενάριο για το ΜΕΡΑ25 είναι να κινηθεί πιο δεξιά, προκειμένου να υποδεχτεί δυνάμεις από τα υπολείμματα του ΣΥΡΙΖΑ, και η άλλη είναι να ξεκολλήσει από την κινηματίστικη γραμμή, την οποία εκπροσωπούσαν με φανατισμό οι πρώην σύμμαχοί του και να εμφανιστεί και πάλι σαν μια αντιμνημονιακή, οιωνεί κυβερνητική δύναμη. Το πρώτο σενάριο δεν φαίνεται να συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες, καθώς παρά τις ισχνές εκλογικές τους επιδόσεις, οι δυνάμεις που προέρχονται από το ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν στην υπεράσπιση της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ το 2015-2019. Η υπεράσπιση του τρίτου μνημονίου αποτελεί ταυτοτικό χαρακτηριστικό αυτών των δυνάμεων καθιστώντας αδύνατη τη συνεργασία με αντιμνημονιακούς σχηματισμούς, όπως το ΜΕΡΑ25.
Πιο πιθανό δείχνει το σενάριο συγκρότησης μιας νέας συμμαχίας με δυνάμεις από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και επιστροφής στη γραμμή του 2019. Το ΜΕΡΑ25, όντας μια δύναμη που έχει δείξει συνεπή αντιμνημονιακή στάση, είναι η μοναδική δύναμη που μπορεί να αναδειχτεί σε αντιπολιτευτικό πόλο, με την προϋπόθεση να διακηρύξει τον στόχο της κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας και της συγκρότησης μιας κυβέρνησης που θα ανατρέψει τα μνημόνια και τις πολιτικές που απορρέουν από αυτά. Ένα τέτοιο ψηφοδέλτιο θα ήταν το μοναδικό που θα είχε αξία να στηριχτεί στις επερχόμενες εκλογές.
Επιπλέον, γύρω από το ΜΕΡΑ25 θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια συμμαχία στη βάση κοινών στόχων, όπως: κατάργηση του μνημονίου, διαγραφή του δημόσιου χρέους. Όχι στη βάση κοινού προγράμματος, κάτι που είναι αδύνατον να γίνει μεταξύ του ΜΕΡΑ25 και δυνάμεων της κομμουνιστικής Αριστεράς, αλλά κοινών στόχων.
Στην συζήτηση για το 2015, που άνοιξε με αφορμή το βιβλίο Τσίπρα, απουσιάζει το ΚΚΕ το οποίο δεν φαίνεται να κερδίζει κάτι από την κινητικότητα που παρατηρείται. Επίσης, δεν φαίνεται να απολαμβάνει την στήριξη που είχε από τα ΜΜΕ το 2023, κάτι που ίσως έχει συνέπειες στην εκλογική του επίδοση.
[…]
Συνοψίζοντας την εσωτερική πολιτική κατάσταση: 1. Η ΝΔ διατηρεί με άνεση το ρόλο του κυρίαρχου κόμματος. 2. Δεν υπάρχει κανένας πολιτικός σχηματισμός που να μπορεί να απειλήσει την κυριαρχία της ΝΔ, μεσοπρόθεσμα, 3. Από τη χαρτογράφηση των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά, φαίνεται ότι ο μοναδικός χώρος ο οποίος έχει πιθανότητα να ασχοληθεί με τη διεκδίκηση της εξουσίας, είναι ο χώρος πέριξ του ΜΕΡΑ25.
3. Με ποια γραμμή και ποια τακτική σήμερα;
«Η κυρίαρχη επίσημη σοσιαλδημοκρατία συνήθως ξεφορτωνόταν το ζήτημα των συγκεκριμένων καθηκόντων του προλεταριάτου στην επανάσταση είτε απλούστατα με καμιά φιλισταϊκή ειρωνειούλα, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, με τη σοφιστική υπεκφυγή: «τότε βλέπουμε»» (Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και επανάσταση»)
Αυτό το μικρό απόσπασμα αποτυπώνει ακριβώς τη γενικότερη αντίληψη της Αριστεράς για τα ζητήματα της εξουσίας. Ο Λένιν το γράφει αυτό για να δείξει την προγραμματική ανεπάρκεια των σοσιαλιστών.
Ας σκεφτούμε όμως ότι μια τέτοια στάση («τότε βλέπουμε») δεν αφορά μόνο το πρόγραμμα και τι θα πρέπει να κάνει μια επαναστατική κυβέρνηση, αλλά και τα ζητήματα της εξέγερσης και της κατάληψης της εξουσίας. […]
Γιατί για να πραγματοποιηθεί μια νικηφόρα επανάσταση χρειάζεται κάποια μορφή εξέγερσης, δηλαδή, κάποιου τύπου πραξικοπηματική ενέργεια που παραβιάζει τη νομιμότητα. Και για αυτό δεν είναι έτοιμη καμία δύναμη, αλλά δεν φαίνεται να προετοιμάζεται και καμία δύναμη. Στο μυαλό μας δεν υπάρχει κάποιο σαφές σχέδιο, αλλά μια θολή ελπίδα. «Τότε βλέπουμε». Η δράση των μαζών, η μαζικοποίηση της οργάνωσης, όλα αυτά μαζί θα λύσουν το πρόβλημα με κάποιο απροσδιόριστο τρόπο.
Σκοπός μιας κομμουνιστικής οργάνωσης είναι η επανάσταση. Ρόλος της είναι η προετοιμασία για αυτό. Οι οργανώσεις της Αριστεράς παλεύουν όμως για να μεγαλώσουν την επιρροή τους, να «χτίσουν το κόμμα» θεωρώντας ότι χωρίς αυτήν την προϋπόθεση καμία επανάσταση δεν μπορεί να γίνει. Ακόμα και το ΚΚΕ, που είναι η μεγαλύτερη δύναμη, έχει μόνιμο στόχο την κομματική οικοδόμηση. Από καμία πλευρά της Αριστεράς δεν μπαίνει ο στόχος της επανάστασης σαν καθήκον άμεσης προετοιμασίας. Οι αναρχικοί, από τη μεριά τους, υπερτονίζουν την επανάσταση, κάνουν πρόβες εξέγερσης, αλλά δεν έχουν καμία προοπτική, καθώς αγνοούν τη διαδικασία της μετάβασης και κατά συνέπεια δεν έχουν καμία προγραμματική προετοιμασία.
Χρειαζόμαστε σήμερα μια οργάνωση που θα συγκεντρώνει δυνάμεις για αυτό και θα έχει σχετικές δραστηριότητες. Να συζητάει για το πρόγραμμα, την επανάσταση, αλλά και τη διαδικασία της εξέγερσης. Να συζητάει, αλλά και να σχεδιάζει τον τρόπο με τον οποίο μια εξέγερση θα μπορούσε να εκδηλωθεί με την πρωτοβουλία μιας πρωτοπόρας ομάδας στις κατάλληλες συνθήκες.
Η απόφαση για εξέγερση δεν προϋποθέτει ένα μαζικό κόμμα, αλλά μια ομάδα με καλό σχεδιασμό και αποφασιστικότητα και μια πρώτη κρίσιμη μάζα αγωνιστών. Μια τέτοια ομάδα θα παίξει το ρόλο του επαναστατικού κόμματος και θα μαζικοποιηθεί στην επαναστατική διαδικασία.
Απαραίτητο στοιχείο για τη συγκέντρωση δυνάμεων είναι η διατύπωση πολιτικής πρότασης. Οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και την εργατική τάξη είτε δεν έχουν πολιτική πρόταση (ΚΚΕ, εξωκοινοβουλευτική Αριστερά) είτε η πρότασή τους αφορά μια αστική μνημονιακή κυβέρνηση (Νέα Αριστερά, ΣΥΡΙΖΑ).
Πρόταση για κυβέρνηση που να μπορεί να χαρακτηριστεί εργατική κυβέρνηση, μπορεί να είναι μια πολιτική πρόταση για το σχηματισμό κυβέρνησης που θα ανατρέψει το μνημονιακό πλαίσιο. Μια τέτοια «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση, στην περίπτωση που αναδειχτεί θα βρεθεί άμεσα αντιμέτωπη με το δίλημμα του 2015: είτε υποταγή στο αστικό μνημονιακό καθεστώς είτε ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων με επαναστατικά μέτρα και μετωπική σύγκρουση με την αστική τάξη. Η συγκρότηση ψηφοδελτίου με στόχο μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση είναι η μοναδική ρεαλιστική πολιτική πρόταση.
15.3.2026



