Σεχταρισμός και οπορτουνισμός εμποδίζουν την συμπόρευση

Σε κύριο λόγο για τη δικαιολόγηση της αρνητικής τους στάσης στο ζήτημα μιας κεντρικής συμφωνίας και μετωπικής συμπόρευσης ευρύτερων πολιτικών δυνάμεων, έχουν ανάγει οι πλειοψηφικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ, ζητώντας την αποδοχή αυτής της θέσης από τις άλλες δυνάμεις σαν όρο για την μετωπική συμπόρευση.

Για τη δικαιολόγηση αυτής της στάσης τους επιστρατεύτηκαν σχεδόν όλες οι δυνάμεις που υιοθετούν αυτή την πολιτική στάση, και τα βασικά στελέχη αρθρογραφούν για τη σπουδαιότητα και την κρισιμότητα του ζητήματος και τη δικαιολογημένη, δήθεν, στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ακόμα και σε άρθρα άσχετα με το ζήτημα αυτό αποτελεί μόνιμη επωδό η θέση τους για την έξοδο από την ΕΕ.

Να δούμε λίγο την αρθρογραφία πάνω στο ζήτημα αυτό.

Διαβάζουμε στο άρθρο του Δημήτρη Γρηγορόπουλου με τίτλο «Ο φασισμός στο νέο στάδιο», στο Πριν:

«…Ακρογωνιαίος λίθος στη μαχόμενη μετωπική συμπόρευση είναι η ρήξη και η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ. Όλοι ασφαλώς οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι είναι αναγκαίοι και για την αντιμετώπιση θεμελιακών προβλημάτων των εργαζομένων αλλά και λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα και ρόλου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση.

Αλλά η έξοδος (χωρίς απατηλά «συνώνυμα») από το ευρώ και την ΕΕ είναι η λυδία λίθος, ο καταλύτης για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Όπως και η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ είναι ανυποχώρητη γραμμή άμυνας των συστημικών και συμβιβαστικών δυνάμεων.

Γιατί; Γιατί οι τομές που προτείνει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν είναι συμβατές με τον νεοφιλελεύθερο, ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ».

Σε άλλο άρθρο με τίτλο «Η μετωπική συμπόρευση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η άλλη Αριστερά», τουΑντώνη Δραγανίγου, διαβάζουμε:

«…Το πολιτικό πρόγραμμα που προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς. Οι θέσεις του παλεύονται χρόνια μέσα στο μαζικό κίνημα. Είναι συνεκτικό και συγκεκριμένο. Δεν αξίζει στην Αριστερά να ψάχνουμε περίτεχνες διατυπώσεις στα χαρτιά λες και η πολιτική είναι πρόβλημα διατυπώσεων και λεκτικών χειρισμών.

 

Το θέμα της «δίδυμης» αποδέσμευσης από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο της όλης λογικής».

 

Των δύο παραπάνω άρθρων προηγήθηκε αυτό του Παναγιώτη Μαυροειδή με τίτλο: «Πολιτική συμπόρευση αντι-καπιταλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων. Ορίζοντας το αναγκαίο “άκρο”». Γράφει ο Μαυροειδής για τις υπαρκτές διαφορές ανάμεσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το Σχέδιο Β:

«…Πράγματι υπάρχουν δύο πολύ σημαντικές πολιτικές διαφορές. Αυτές αφορούν στο στόχο της εξόδου από την ΕΕ και στην ένταξη του προγράμματος αυτού σε μια αντικαπιταλιστική προοπτική και κατεύθυνση».

Να δούμε λοιπόν αν το ζήτημα της εξόδου αποτελεί πράγματι λυδία λίθο, casus belli, κόκκινη γραμμή ή χρησιμοποιείται προσχηματικά για να μην γίνει πράξη μια κεντρική πολιτική συμπόρευση.

Να δούμε πρώτα απ’ όλα, αν οι δυνάμεις που επικαλούνται τη σοβαρότητα και την κρισιμότητά του, το αντιμετώπιζαν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Θα μας βοηθήσουν σε αυτήν την προσπάθεια τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα.

Διαβάζουμε στο πρόγραμμα και την εκλογική διακήρυξη της Περιφερειακής κίνησης Αττικής «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή», το ψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το οποίο εκλέχτηκε Περιφερειακός σύμβουλος ο σ. Χάγιος:

«...

- Παύση πληρωμών. Διαγραφή του επαχθούς ληστρικού χρέους.

- Εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση, με εργατικό έλεγχο. Έξοδος από την ΟΝΕ και το ευρώ.

- Ρήξη συνολική με την ΕΕ του κεφαλαίου, του πολέμου και του ρατσισμού στην προοπτική της αντικαπιταλιστικής εξόδου από αυτήν».

Παρατηρούμε στο εν λόγω πρόγραμμα ότι οι σύντροφοι που είχαν τον πρώτο λόγο, ανάμεσα σε αυτούς και οι προαναφερθέντες αρθρογράφοι, δεν είναι τόσο κάθετοι σχετικά με την αμεσότητα της εξόδου από την ΕΕ. Καθόλου δεν λείπουν τα «απατηλά συνώνυμα». Όπως επίσης και η θέση για το δημόσιο χρέος δεν ήταν τόσο άμεση και κάθετη όσο σήμερα. Οι σ. έγραφαν και μιλούσαν για την διαγραφή μόνο του «επαχθούς χρέους», και προπαγάνδιζαν μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ), πράγμα στο οποίο έχουν αναφορά πολλά κόμματα (ΑΝ.ΕΛ, ΣΥΡΙΖΑ, Χ.Α).

Στις ανεπαρκείς αυτές θέσεις της «Αντικαπιταλιστικής Ανατροπής» ασκήσαμε κριτική, ως κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, και ζητήσαμε να προσαρμοστούν ανάλογα. Δεν εισακουστήκαμε από κανέναν. Ούτε από τους προαναφερθέντες αρθρογράφους.

Η δύναμη πίεσης που είχαμε στην Αττική δεν επαρκούσε γι’ αυτό. Σε άλλες περιοχές στις οποίες είχαμε μεγαλύτερη δύναμη πίεσης και συμμάχους, οι θέσεις ήταν ξεκάθαρες, ορθές και κοφτές και χωρίς «απατηλά συνώνυμα»:

«…έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε, μονομερής διαγραφή του δημόσιου χρέους»!

Για την απόδειξη της αλήθειας επικαλούμαι το πρόγραμμα και τις εκλογικές διακηρύξεις που εξέδωσαν τα Περιφερειακά ψηφοδέλτια που υποστηρίχτηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ και άλλους αγωνιστές στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στο Μωριά και αλλού.

Διαβάζουμε στις εκλογικές διακηρύξεις αυτών των ψηφοδελτίων:

«-Άρνηση πληρωμής και διαγραφή του χρέους, εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

-Έξοδος απ’ την ΟΝΕ και την ΕΕ, αποδέσμευση απ’ όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς - μηχανισμούς όπως είναι το ΔΝΤ, το ΝΑΤΟ κ.α.».

Μια χειρότερη εκδοχή των διαφοροποιήσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα βρούμε στο πρόγραμμα και τη διακήρυξη του Περιφερειακού ψηφοδελτίου «Ανταρσία στο Αιγαίο-Αντικαπιταλιστική Αριστερά»:

 

«...Έξοδο από την νομισματική ενοποίηση και το ευρώ γιατί μας οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο και απαγορεύουν την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική σε εθνικό επίπεδο. Ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση του κεφαλαίου, του πολέμου και του ρατσισμού, η οποία οργανώνει μαζί με τις εθνικές κυβερνήσεις την κοινωνική λεηλασία σε όλη την Ευρώπη».

Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπαίνει καν το ζήτημα της εξόδου, της αποχώρησης, ή της αποδέσμευσης από την Ε.Ε, παρά μόνο το ζήτημα της ρήξης με αυτήν.

Και σε αυτή την διακήρυξη ασκήσαμε κριτική η οποία έπεσε στο κενό!

Αν αυτή η στάση, η σημερινή σε σχέση με την προηγούμενη, εκ μέρους των πλειοψηφικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν συνιστά οπορτουνισμό (καιροσκοπισμό) τότε τι συνιστά; Διότι πως αλλιώς να χαρακτηρίσουμε την επιμονή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον όρο της αποδοχής από τις άλλες δυνάμεις των στρατηγικών επιδιώξεών της και την αμεσότητα του στόχου της εξόδου από την Ε.Ε, τη στιγμή που η ίδια δεν είναι συνεπής, αλλά και καμιά από τις δυνάμεις οι οποίες συμμετείχαν στη σύσκεψη στις 3/10, δεν είναι κατηγορηματικά αντίθετη στην έξοδο από την ΕΕ, και η θέση τους είναι παρόμοια με αυτή που είχε το Περιφερειακό ψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην Αττική και αλλού;

Για του λόγου το αληθές, σχετικά με την θέση των άλλων δυνάμεων, παραθέτω το τελευταίο σημείο από το πρόγραμμα των 6 σημείων της «Συμπόρευσης δυνάμεων και αγωνιστών», το οποίο προσυπέγραψαν και οι δυνάμεις του Σχεδίου Β:

«Την αναγκαία για την πραγματοποίηση αυτών των αλλαγών ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ».

Η τελευταία θέση από το πρόγραμμα των 6 σημείων της Συμπόρευσης, είναι επαρκής θέση για τη σύμπτυξη μετώπου. Φυσικά αυτό ισχύει για αυτούς που θέλουν πραγματικά να το κάνουν.

Να δεχθούμε όμως ότι οι σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πείστηκαν στην πορεία για την ανεπάρκεια των θέσεών τους το 2010 και την ορθότητα των θέσεων που ΕΜΕΙΣ πιο αποφασιστικά από όλους προβάλαμε, τις διόρθωσαν, και τώρα τις υπερασπίζονται φανατικά, έγιναν δηλαδή «βασιλικότεροι του βασιλέως». Δεκτό.

Να εξετάσουμε λοιπόν με τα σημερινά δεδομένα αν το ζήτημα αυτό αποτελεί λυδία λίθο, κόκκινη γραμμή, ή όχι. Να εξετάσουμε αν αυτό το ζήτημα πρυτανεύει σε μια συνεργασία και σε ένα πολιτικό μέτωπο. Να δούμε τέλος πάντων πια είναι αυτά τα κρίσιμα ζητήματα τα οποία τίθενται ως εκ των ων ουκ άνευ από την πλευρά των κομμουνιστών.

Το ζήτημα της εξόδου από την Ε.Ε αποτελεί θέση των κομμουνιστών αλλά και άλλων αριστερών δυνάμεων. Αποτελεί θέση αποκλειστικά εργατικών δυνάμεων. Κανένα κόμμα του κεφαλαίου, όπως και κανένα τμήμα του, δεν έχει αντι-ΕΕ αναφορά ή συμφέρον από την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ.

Η θέση μας για έξοδο από την ΕΕ του κεφαλαίου σαν βήμα για την πλήρη διάλυσή της είναι πέρα για πέρα σωστή! Αυτή η λυκοσυμμαχία δεν έχει καμία σχέση με τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, αντίθετα τα επιβουλεύεται, και πρέπει να διαλυθεί από την πάλη των λαών.

Αυτοί που ορκίζονται καθημερινά στο όνομά της ΕΕ και του ευρώ, πέρα από τα κόμματα του κεφαλαίου, όπως έκανε στο Τέξας η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ -ή καλλιεργούν αυταπάτες για μια ΕΕ των λαών- έχουν προσχωρήσει στην αστική αντίληψη.

Οι κομμουνιστές, έχοντας σαν μπούσουλα την πολιτική του ενιαίου μετώπου και για να υπηρετήσουν σωστά αυτή την πολιτική με στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, με την ανατροπή της αστικής και την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου η οποία αποτελεί τη μοναδική πόρτα για την είσοδο στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, πρέπει να κάνουν κάθε φορά συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και να εντοπίζουν τα σημεία εκείνα τα οποία αποτελούν κόμβους για το ξεδίπλωμα της συνολικής τους πολιτικής, και κόμβους για την ίδια την εξέλιξη της ταξικής πάλης.

Οι κομμουνιστές, επειδή ακριβώς είναι πολυδιασπασμένοι και κατακερματισμένοι σε διάφορα μορφώματα του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού, δεν πήραν έγκαιρα, πριν από τις εκλογές του 2012, την πρωτοβουλία των κινήσεων με την πολιτική του ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου και με το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης σαν σύνθημα άμεσης δράσης. Αν το είχαν κάνει, τα πράγματα σήμερα θα ήταν εντελώς διαφορετικά στην Ελλάδα από την άποψη των πολιτικών συσχετισμών. Και οι ταξικοί συσχετισμοί δύναμης θα είχαν τροποποιηθεί σε βάρος του αστισμού, της αστικής επιρροής και των καπιταλιστών (Αυτή την αλήθεια η κομμουνιστική αριστερά αρνείται ακόμα να την αναγνωρίσει).

Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν όπως εξελίχθηκαν και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίχθηκε μαζικά από την εργατική τάξη στη βάση του συνθήματός του για μια Αριστερή κυβέρνηση για την κατάργηση του μνημονίου.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη οι κομμουνιστές δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια, δεν κάνουν τον Πόντιο Πιλάτο, αλλά επεξεργάζονται, προτείνουν και υλοποιούν μια συγκεκριμένη πολιτική ταχτική για την προσέγγιση και επίτευξη του στόχου τους.

Αυτό κάνει η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ: προτείνει και προσπαθεί να υλοποιήσει συγκεκριμένη πολιτική τακτική, στις συγκεκριμένες συνθήκες!

Σ’ αυτό που διαφέρει η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ από άλλες πολιτικές δυνάμεις που υιοθέτησαν το μεταβατικό πρόγραμμα είναι στο γεγονός ότι η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ κατανοεί αυτό το πρόγραμμα ως πρόγραμμα εξουσίας για το σήμερα και όχι απλώς ως πρόγραμμα διεκδικήσεων της εργατικής τάξης (όπως οι δυνάμεις τις αντικαπιταλιστικής αριστεράς) ή ως πρόγραμμα μιας πολύ μακρινής εξουσίας (όπως το ΚΚΕ). Γι’ αυτό συνοδεύει το πρόγραμμα αυτό με μια πρόταση εξουσίας, της μόνης εξουσίας που μπορεί να ξεκινήσει την υλοποίηση του προγράμματος αυτού στις σημερινές συνθήκες: την εργατική κυβέρνηση! Το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης είναι η λογική συνέχεια του ενιαίου μετώπου πάλης στο πολιτικό επίπεδο.

Η πολιτική του ενιαίου μετώπου στις παρούσες συνθήκες περνάει και μέσα από μια κεντρική πολιτική συμφωνία και Συμπόρευση, σαν μια ελάχιστη συσπείρωση δυνάμεων, η οποία ανοίγει την προοπτική άσκησης συνολικής ενιαιομετωπικής πολιτικής για την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου. Μια ελάχιστη συσπείρωση δυνάμεων μάς δίνει τη δυνατότητα άσκησης πίεσης συνολικά στην Αριστερά και οικοδόμησης των όρων για την εργατική απάντηση στην κρίση.

Αυτό που έχουμε μπροστά μας, αυτό που πρέπει να δούμε και να απαντήσουμε, είναι η πολιτική των μνημονίων η οποία αποτελεί την απάντηση των καπιταλιστών στην κρίση τους.

Κατά τη διάρκεια της τριετίας του μνημονίου, η αστική τάξη αποκόμισε σημαντικά κέρδη, κατάφερε να αφαιρέσει από τους εργαζόμενους κατακτήσεις δεκαετιών και να συμπιέσει σημαντικά τους μισθούς. Η αστική τάξη της χώρας ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα της στο διεθνή ανταγωνισμό συντρίβοντας το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Σε κάθε νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στον ανταγωνισμό της με την εργατική τάξη κι αυτό ισχύει και για το 3ο μνημόνιο. Το νομικό περιβάλλον που καθόριζε τα εργατικά δικαιώματα έχει αλλάξει ριζικά σε βάρος των εργαζομένων. Τα όποια κέρδη θα είχαν κάποια τμήματα της αστικής τάξης από την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, τα αντιστάθμισαν μέσα στο ευρώ με το τσάκισμα των εργατικών κατακτήσεων και τη σημαντική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης. Για το λόγο αυτό κανένα σημαντικό τμήμα της δεν είναι υπέρ της αποχώρησης από το ευρώ, πόσο μάλλον από την ΕΕ.

Κάθε αγώνας που αναπτύσσονταν και αναπτύσσεται, έβρισκε και βρίσκει μπροστά του το τείχος της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Στόχος του πολιτικού συστήματος είναι να υπηρετήσει την παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ. Το υπαρκτό ενδεχόμενο της χρεοκοπίας της χώρας και της εξόδου από την ευρωζώνη θα σημάνει γρήγορη ολοκλήρωση του κύκλου καταστροφής του κομματικού συστήματος της μεταπολίτευσης με την πλήρη διάλυση των κομμάτων που στηρίζουν τη σημερινή κυβέρνηση. Το σημερινό πολιτικό και κομματικό σύστημα δεν είναι «στημένο» για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν μπορεί να υπηρετήσει κάποιο plan B.

Ολοκληρωμένο plan B δεν έχει ακόμα η αστική τάξη. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, της χρεοκοπίας, θα σημαίνει σημαντική υποβάθμιση της ελληνικής αστικής τάξης στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και θα τροποποιήσει τους στόχους και την προοπτική της. Θα αδυνατίσει η θέση της και εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Η εξέλιξη αυτή θα συνοδευτεί αναγκαστικά από πολιτική κρίση και κοινωνική αναταραχή. Η προσφυγή στην ανοιχτή βία θα γίνει πολύ πιθανή επιλογή, με τους φασίστες να αποκτούν αναβαθμισμένο ρόλο. Ακόμα όμως και με τη χρεοκοπία να αναβάλλεται ξανά, τα κόμματα της συγκυβέρνησης παρά τους επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς, χρεώνονται τη συνεχιζόμενη ρήξη των συμμαχιών της αστικής τάξης και δεν αποφεύγουν την πολιτική φθορά.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις αποτελούμενες από κόμματα του κεφαλαίου, αλλά και μικροαστικά κόμματα (ΔΗΜΑΡ) (στο βαθμό που δεν εμποδίζουν την πιστή και γρήγορη υλοποίησή της μνημονιακής πολιτικής), αποτελούν την επιλογή της άρχουσας αστικής τάξης, η οποία μάζεψε τις δυνάμεις της σε ενιαίο μέτωπο και θα στηρίξει με νύχια και με δόντια τις κυβερνήσεις της. Οι κυβερνήσεις αυτές, σαν τη σημερινή, τις προηγούμενες ή άλλες τέτοιου είδους, αποτελούν τη μόνη σήμερα επιλογή της αστικής τάξης. Ως εκ τούτου, η πάλη για την ανατροπή τους εντάσσεται σήμερα στην επαναστατική πάλη.

Το γκρέμισμα, από το κίνημα, των καπιταλιστικών μνημονιακών κυβερνήσεων θα είναι αποτέλεσμα σκληρής πάλης η οποία δεν θα είναι ένα μονόπρακτο έργο, αλλά θα έχει διάφορες φάσεις.

Η προοπτική της αριστερής κυβέρνησης που συγκίνησε την εργατική τάξη στις εκλογικές αναμετρήσεις του Μάη και του Ιούνη του 2012 έχει απονευρωθεί από τα χαρακτηριστικά που συσπείρωναν τα εργαζόμενα στρώματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ λύνει τις προγραμματικές του αντιφάσεις προσαρμόζοντας το πρόγραμμά του στα συμφέροντα της αστικής και μικροαστικής τάξης. Ενώ ταυτόχρονα αποκοιμίζει την εργατική τάξη παραπέμποντας τη λύση των προβλημάτων της στις εκλογές, τις οποίες προσμένει σαν δώρο.

Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα για μια ενιαιομετωπική πολιτική ταχτική των κομμουνιστών, είναι η επίγνωση της πραγματικότητας την οποία βιώνει η εργατική τάξη και ο εργαζόμενος λαός, σε συνδυασμό με τη γνώση της βαθύτητας και οξύτητας της κρίσης που διαπερνά το σύστημα. Από τη μία, τα εργατικά προβλήματα δεν περιμένουν, δεν μπορούν να περιμένουν. Από την άλλη, η οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης και οι απαιτήσεις των δανειστών-τοκογλύφων, για να συνεχίζουν να δίνουν πίστωση, είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια για παραχωρήσεις, και για καθυστερήσεις και παρεκκλίσεις στην υλοποίηση της μνημονιακής πολιτικής.

Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής και παροχών θα συναντήσει την λυσσαλέα αντίδραση των δυνάμεων του κεφαλαίου, κοινωνικών και πολιτικών, και της Τρόικας. Και θα οξύνει παραπέρα την ίδια την κρίση και την αντιπαράθεση στο επίπεδο της εξουσίας. Μπορεί δηλαδή μια τέτοια πολιτική να οδηγήσει στην ανάπτυξη επαναστατικών αγώνων και να φέρει στο προσκήνιο με άμεσο και πρακτικό τρόπο την αναγκαιότητα της απάντησης στο ερώτημα: «ποιος, ποιον;».

Σε κρίσιμα ζητήματα για την παραπέρα ανάπτυξη της ταξικής πάλης και την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης υπέρ της εργατικής τάξης, αναδεικνύονται εκ των πραγμάτων το μνημόνιο και το χρέος, καθώς και η δέσμευση για την ικανοποίηση των εργατικών διεκδικήσεων.

Η καταγγελία των μνημονίων, δηλαδή η κατάργηση όλου του πλέγματος των ρυθμίσεων και νόμων που συνόδευσαν την μνημονιακή πολιτική και η μονομερής διαγραφή του δημόσιου χρέους (εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία), με ότι αυτή σέρνει πίσω της, δηλαδή την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας χωρίς αποζημίωση και κάτω από εργατικό έλεγχο, σε συνδυασμό με μια πολιτική ικανοποίησης των διεκδικήσεων του κινήματος για δουλειά με δικαιώματα, αποκατάσταση των ΣΣΕ και του χαμένου εισοδήματος κ.α, δηλώνοντάς τα σαν αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα, την οποία δεν θα θυσιάσει σε κανένα βωμό μια κυβέρνηση των εργατών και του εργαζόμενου λαού, στο βωμό του ευρώ, της Ε.Ε του ΔΝΤ ή του ΝΑΤΟ, αποτελεί μια στοιχειώδη εργατική πολιτική η οποία μπορεί να υπηρετηθεί από ένα μέτωπο δυνάμεων για την πραγματοποίηση της από θέση εξουσίας και κυβέρνησης.

Η καταγγελία του μνημονίου και η διαγραφή του χρέους θα αποτελέσουν αποφασιστικής σημασίας χτύπημα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Πιστεύει κάποιος στα σοβαρά ότι η χώρα που θα εφαρμόσει μια τέτοια πολιτική μπορεί να παραμείνει στο πλαίσιο της ΕΕ; Αν το πιστεύει σοβαρά, τότε δείχνει πως δεν κατάλαβε τίποτα για τον χαρακτήρα της ΕΕ η οποία αποτελεί ένωση ιμπεριαλιστών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Μια χώρα με μια πραγματικά αριστερή, με μια εργατική κυβέρνηση, δεν χωράει στην ΕΕ.

Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος στην αρνητική-σεχταριστική στάση των πλειοψηφικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Στην πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διακρίναμε ένα στένεμα του φάσματος του μετώπου το οποίο περιορίζει στο πλαίσιο της «…αντικαπιταλιστικής, αντι-ΕΕ, αντι-ιμπεριαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς».

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην κομμουνιστική Αριστερά, στην πρόταση κοινής δήλωσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς στις οργανώσεις που συμμετείχαν στη σύσκεψη στις 3/10, η «απαίτηση» ήταν να συγκροτηθεί το μέτωπο «με στόχο να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζόμενων».

Φυσικά εμείς δεν έχουμε καμία διαφωνία πάνω σε αυτό. Θα ήταν ευχής έργο να υπάρξει συμφωνία στην κατεύθυνση της εξουσίας των εργαζομένων, δηλαδή στην κατεύθυνση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι εφικτό. Άλλωστε ούτε η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν το υιοθετεί, δεν το προβάλει και δεν το επιδιώκει ολοκληρωμένα (τη δικτατορία του προλεταριάτου).

Αναφορά στην εργατική εξουσία, στη δικτατορία του προλεταριάτου, έχουν μόνο οι κομμουνιστές και αυτοί όχι όλοι. Στην περίπτωση που συγκροτούνταν ένα μέτωπο για την εργατική εξουσία, τότε θα ήταν μέτωπο κομμουνιστών. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν θα επρόκειτο για ενιαίο μέτωπο και εμείς δεν θα μιλούσαμε για μέτωπο, αλλά για το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης (πράγμα που επιδιώκουμε να γίνει πράξη).

Η εμμονή, χρόνια τώρα, σε κάτι που δεν γίνεται αποδεκτό από άλλες δυνάμεις, τον στόχο της εξουσίας των εργαζομένων σαν όρο για τη συγκρότηση μετώπου, δείχνει, αν μη τι άλλο, την έλλειψη πολιτικής βούλησης και πολιτικής ωριμότητας από μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την οικοδόμηση ενιαίου μετώπου και τη συγκρότηση κεντρικής πολιτικής συμφωνίας συμπόρευσης τουλάχιστον, σε πρώτη φάση, των περισσότερων δυνάμεων που συμμετείχαν στη σύσκεψη στις 3/10/2013, κάτι που ήταν εφικτό να γίνει. Η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν διευκόλυνε μια τέτοια συμφωνία. Και αυτό διότι ταυτίζει το μέτωπο με την δική της στρατηγική επιδίωξη. Πράγμα που παραπέμπει εκτός των άλλων, στην σεχταριστική πολιτική του ΚΚΕ.

Όπως δεν διευκολύνει και η εμμονή της στην υιοθέτηση, από τις άλλες δυνάμεις, του συνολικού της προγράμματος το οποίο, στα περισσότερά του σημεία, αποτελεί πρόγραμμα και της κ.ο ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ.

Το λεγόμενο μεταβατικό πρόγραμμα αποτελεί πρόγραμμα κάποιων πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ αυτών και ημών, όπως προείπαμε. Δεν μπορεί όμως να μπαίνει στο σύνολό του σαν όρος για την σύμπτυξη μετώπου.

Κατά τη γνώμη μας, λοιπόν, το ζήτημα της αμεσότητας της εξόδου από την ΕΕ δεν αποτελεί τη λυδία λίθο για τη σύμπτυξη πολιτικού μετώπου, από τη στιγμή που οι δυνάμεις στις οποίες αναφερόμαστε δεν είναι κάθετα αντίθετες σε αυτό, αλλά το αφήνουν ανοιχτό σαν προοπτική στο βαθμό που εμποδίζει την υλοποίηση του προγράμματος.

Όλες οι δυνάμεις που συμμετέχουν στη Συμπόρευση τάσσονται κατά στο ευρώ και την Ε.Ε, αλλά ορίζουν διαφορετικά τις προτεραιότητες που πρέπει να προβάλλουν.

Αποτελεί όμως λυδία λίθο η έξοδος από την Ε.Ε., για την πλήρη υλοποίηση και διεύρυνση ενός συνολικού εργατικού προγράμματος για την έξοδο από την κρίση. Πράγμα που η εργατική τάξη μπορεί να κατανοήσει, και έχει σε ένα βαθμό κατανοήσει, από την εμπειρία της και όχι θεωρητικά. Δηλαδή, στην πορεία για την διεκδίκηση και την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος. Και εδώ η πολιτική του ενιαίου μετώπου και οι κομμουνιστικές δυνάμεις που προβάλουν με συνέπεια ένα σχετικά ολοκληρωμένο μεταβατικό πρόγραμμα, έχουν να παίξουν κρίσιμο και σοβαρό ρόλο: διατηρώντας την πολιτική, οργανωτική και ιδεολογική ανεξαρτησία τους και το δικαίωμα να προβάλουν παντού και πάντα το συνολικό τους πρόγραμμα, μπορούν να πείσουν τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς και των υπο-προλεταριοποίηση μικρομεσαίων στρωμάτων για την ορθότητα του συνολικού τους προγράμματος, το οποίο περιλαμβάνει σαν άμεσο στόχο αυτόν της εξόδου και της διάλυσης της ΕΕ!

Υπάρχουν άραγε οι απαραίτητες δυνάμεις για ένα τέτοιο άλμα;

Η πολιτική η οποία βρήκε έκφραση στο γράμμα του Ζαχαριάδη το 1940, σχετικά με το πιο θα ήταν το επιστέγασμα της αντιφασιστικής πάλης του λαού, και στη συνέχεια η πολιτική του ενιαίου μετώπου για την απελευθέρωση και τη λαοκρατία, με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές, εκτίναξε ένα κόμμα, που είχε τον ίδιο αριθμό μελών με τον σημερινό αριθμό μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα ουράνια! Είναι άλλο ζήτημα αν δεν απαντήθηκε την κατάλληλη στιγμή με μπολσεβίκικο τρόπο το ζήτημα της εξουσίας. Μπροστά όμως στο δεύτερο, πράγμα για το οποίο υπάρχει σήμερα πλούσια εμπειρία, δεν μπορούμε και δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσουμε το πρώτο: τη σημασία και την αξία του πολιτικού μετώπου, στη βάση ενός εργατικού προγράμματος με το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης, για την απάντηση στην κρίση! Το μέτωπο την εποχή εκείνη δεν έγινε για τον σοσιαλισμό. Αντίθετα, οι αστικές και αντιδραστικές δυνάμεις δημιούργησαν τον ΕΔΕΣ ο οποίος «πάλευε» …για τον σοσιαλισμό!

Κάβουρας Δημήτρης

 

Αναζήτηση

Γνώμες