Απάντηση στο κείμενο κριτικής για τη Συμπόρευση

Μια απάντηση στο κείμενο “«Συμπόρευση», Αλιέντε και κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ” των συντρόφων Νασόπουλου, Κοκκινόπουλου και Τσάκαλου

 

1. Για το μεταβατικό πρόγραμμα

Το μεταβατικό πρόγραμμα (στην τακτική της εργατικής κυβέρνησης) νοηματοδοτείται από το περιεχόμενό του, τις αιχμές του και από το γεγονός ότι αν προκύψει κοινοβουλευτικά μια κυβέρνηση που θα ξεκινήσει την εφαρμογή του αυτή θα είναι μεταβατική - αναγκασμένη να παραδώσει την εξουσία στην αυτό-οργανωμένη εργατική τάξη ή να καταβάλει τα μέγιστα για την αυτό-οργάνωση της εργατικής τάξης (με την μαρξική έννοια).

Οι ταλαντευόμενες δυνάμεις, ταλαντεύονται και στις αιχμές του μεταβατικού προγράμματος (στα σημεία) και στο ζήτημα της εξουσίας, αλλά κυρίως στο ζήτημα της εξουσίας. Από κει ξεκινάνε οι προγραμματικές υποχωρήσεις.

Η ΕΛΕ, συγκεκριμένα, είναι η ρεφορμιστική πολιτική, η από θέση εξουσίας εφαρμογή του προγράμματος που εμείς καταγράφουμε ως μεταβατικό στην απόφαση της τρίτης συνδιάσκεψης της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ. Η ΕΛΕ είναι ο τρόπος που οι ρεφορμιστές «ερμηνεύουν» το μεταβατικό πρόγραμμα και γι' αυτό το καταλήγουν μεταβατικό στα λόγια. Ακριβώς γι αυτό βρίσκουν συμμάχους στο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και σε αστικά κόμματα, ειδικά στο ζήτημα της ΕΛΕ.

Οι ρεφορμιστές είτε δεν κατανοούν, είτε δεν επιθυμούν κάτι παραπάνω από την ΕΛΕ, ακριβώς επειδή δεν πιστεύουν ότι μπορούν ή δεν θέλουν να κυβερνήσουν μόνοι τους (μόνοι τους = εργατική τάξη + σύμμαχα μικροαστικά στρώματα). Η δικιά μας, η ελληνική αριστερά έχει και τα δυο, στις μεγάλες και τις μικρές οργανώσεις και κόμματα. (π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ και η σύγκρουση κεντρικής γραμμής και αριστερής πλατφόρμας περιγράφει το δεν θέλω και το δεν πιστεύω-κατανοώ αντίστοιχα. Γι αυτό η συμμαχία με την αριστερή πλατφόρμα είναι επιτακτική, καθήκον πρώτης γραμμής, πλάι στην τακτική απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ συνολικά).

Η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, επέμεινε σωστά στην άρρηκτη σύνδεση του προγράμματος με το ζήτημα της εξουσίας και γι' αυτό περιέσωσε, όσο κατέστη δυνατόν, το μεταβατικό πρόγραμμα ως όλο.

Το μεταβατικό πρόγραμμα, είναι για την κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ και το μοναδικό πρόγραμμα που έχει στο οπλοστάσιό της. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι για την οργάνωσή μας και το πρόγραμμα των κομμουνιστών ταυτόχρονα, γιατί δεν έχει ένα πιο πλήρες κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Αναπόφευκτα η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, με μόνο πρόγραμμά της το μεταβατικό, καλείται να ελιχθεί στις συμμαχίες και να προωθήσει το πρόγραμμα αυτό, να το βάλει στη ζωή.

Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι μια δέσμη επαναστατικών μέτρων που πρέπει να επιβληθούν από θέση εξουσίας (ίσως και κυβερνητικής-κοινοβουλευτικής) και αναγκαστικά από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η οικοδόμηση ενός πολιτικού μετώπου με τρεις ή τέσσερις αιχμές (ή και με μία αιχμή-αυτό καθορίζεται από τη στιγμή) του μεταβατικού προγράμματος συνδεδεμένες με το στόχο μια μεταβατικής κυβέρνησης δεν καθιστά υποχώρηση από την 3η συνδιάσκεψη, ούτε γενικά από την τακτική του ενιαίου εργατικού μετώπου και την επαναστατική πολιτική. Δεν καθιστά υποχώρηση στο βαθμό που προωθείται και εξοπλίζεται -η τακτική αυτή- από την οργάνωση σε αυτή την κατεύθυνση. Μια τέτοια μεταβατική κυβέρνηση, μπορεί να είναι μια φαινομενικά εργατική κυβέρνηση ή μια εργατική κυβέρνηση.

Αν ειδωθεί μέσα από τα μάτια των ρεφορμιστών, ή ορθότερα από το πώς οι ρεφορμιστές κατανοούν την τακτική αυτή και η οποία μπορεί να προσδοκά και τη συμμαχία με την αστική τάξη (για τους ρεφορμιστές), τότε οι κομμουνιστές οδηγούνται στο συμπέρασμα των συντρόφων μας, ότι και εμείς είμαστε με την ταξική συνεργασία, ότι προωθούμε την υποταγή των συμφερόντων της εργατικής τάξης σε ένα «εθνικό σχέδιο», στο σοσιαλισμό (με εισαγωγικά ή όχι) σε μια χώρα.

Και για του λόγου το αληθές, οι σύντροφοί μας εμποτίζονται τόσο πολύ από μια τέτοια συλλογιστική μέθοδο, ώστε να ανυψώνουν τη Συμπόρευση ως πιθανή λύση για την αστική τάξη της χώρας, η οποία θα έχει ισοπεδώσει σχεδόν τα πάντα, και η οποία θα επιλέξει την εφαρμογή του προγράμματος της Συμπόρευσης, ως «αριστερή ρεφορμιστική διαχείριση μιας πιθανής εξόδου απ το ευρώ».

Αλήθεια, αν σύντροφοι το πρόγραμμα της συμπόρευσης όντως μπορεί να είναι μια τέτοια πιθανή διέξοδος, γιατί η αστική τάξη να το αναθέσει στην Αριστερά, στον σ. Κάβουρα ή όποιον άλλο, οι οποίοι μάλλον δεν θα μπορούν και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις; Γιατί η λύση αυτή να είναι αριστερή (εντός ή εκτός εισαγωγικών); Τι θα αλλάξει στην ταξική νοοτροπία της αστικής τάξης (η οποία θα προσπαθεί και να περισώσει τη θέση της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και θα λυσσομανάει για συμμαχίες με άλλες αστικές τάξεις) ώστε να καταγγείλει το Μνημόνιο, να κάνει στάση πληρωμών και να φτάσει στο όριο ή την έξοδο και από την ΕΕ; Θα διαρρήξει όλες τις συμμαχίες με τις χώρες της ΕΕ, οι οποίες όλες (πολύ ή λιγότερο) έχουν ανοιχτούς τραπεζικούς λογαριασμούς με την Ελλάδα; Αν δρομολογούνταν κάτι τέτοιο θα είχαμε κάποια σχετικά οικονομικά, τουλάχιστον, στοιχεία που να συνηγορούν. Δεν έχουν πέσει τέτοια στοιχεία στην αντίληψή μου, αν υπάρχουν είμαι στη διάθεσή σας.

Ο συλλογισμός σας σύντροφοι καταρρέει όχι από αυτά τα ερωτήματα που θέτω, αλλά από ότι προκειμένου να πείσετε ότι η οργάνωση χώνεται στο βούρκο της ταξικής συνεργασίας, τα υπαρκτά ερωτήματα που τίθενται για την σημερινή τακτική της οργάνωσης, τα απαντάτε με νίκη των ρεφορμιστών σε κάθε βήμα, με επικράτηση της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο. Οι κίνδυνοι που υποδεικνύετε -και που πρέπει και η οργάνωση να εξηγήσει στα μέλη, τις επιρροές και την εργατική τάξη- καταλήγουν σε άρνηση οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχίας με ρεφορμιστές την στιγμή που δεν μπορούμε (και κατά τη γνώμη μου δεν ευθυνόμαστε κιόλας!) να συμμαχήσουμε με τους κομμουνιστές.

Αν σύντροφοι, «Ενιαιομετωπική πρακτική σημαίνει να δεσμεύεσαι για ότι συμφωνείς από κοινού…», τότε το προαπαιτούμενο της συμφωνίας πάνω στο μεταβατικό πρόγραμμα είναι στο κενό, γιατί η δέσμευση αυτή πάνω στο μεταβατικό πρόγραμμα (με την πλήρη έννοια του και όχι των σημείων) μπορεί να πραγματωθεί μόνο από τους κομμουνιστές και τότε η τακτική δεν είναι ενιαιομετωπική, απλώς τακτική των κομμουνιστών, και δεν υπάρχει κατηγορία να αποδοθεί απέναντι στην καθοδήγηση της οργάνωσης και την οργάνωση ως όλο! (Ίσως ήταν λάθος που χρησιμοποιούσαμε συνεχώς τον όρο, ίσως εμείς να «βοηθήσαμε» άθελά μας να εκφυλιστεί, μην ξεχωρίζοντας πότε και πως πρέπει να τον χρησιμοποιούμε, ανάλογα και με το ακροατήριο ή το περιεχόμενο ενός κειμένου, μιας προκήρυξης ή ανάλυσης κλπ). Η πολιτική συμμαχία ως τώρα γινόταν πάνω στα σημεία και όχι στην ουσία. Οι πολιτικές αιχμές ωστόσο, όσο προβάλλονται ζητάνε επιτακτικές απαντήσεις, ερμηνείες από καθένα συμμετέχοντα σε ένα μέτωπο, γι' αυτό και πάντοτε διεκδικούμε την αυτοτελή μας δράση σε αυτό, για να λέμε τη δική μας εκδοχή, ότι το πρόγραμμα ή οι αιχμές του, πραγματώνονται με την σοσιαλιστική επανάσταση. Και πως ειδικά στις συνθήκες σχετικής κοινοβουλευτικής ομαλότητας, υπάρχει δυνατότητα (χωρίς να είναι αναγκαίος σταθμός) ανάδειξης μεταβατικής κυβέρνησης (εργατικής κυβέρνησης) που ξεκινώντας την εφαρμογή του προγράμματος αυτού ή των βασικών αιχμών του, υπό την προϋπόθεση της πολιτικής δραστηριότητας των μαζών, θα σημαίνει τη θεσμική έναρξη της επανάστασης.

 

2. Διαφωνία τακτικής ή διαφωνία ιδεολογικών/θεωρητικών καταβολών

Σε συζήτηση στις ο.β. κατόπιν της απόφασης της ΠΕ για συμμετοχή της οργάνωσης στις ζυμώσεις της Συμπόρευσης, σε σχετικές ενστάσεις που διατυπώθηκαν, τέθηκε επίσης το εξής ερώτημα: «Σύντροφοι η απόφαση που συζητάμε με τι έχει να κάνει; Με μια συζήτηση για την τακτική ή με συζήτηση του επιπέδου της κριτικής του προγράμματος της Γκότα;»

Καταλήξαμε στην άποψη ότι η οργάνωση δεν αναιρεί το αναγκαίο μίνιμουμ πρόγραμμα (το μεταβατικό) που πρέπει να εφαρμοστεί από θέση εξουσίας, μια εξουσία (κυβερνητική ή σοβιετική) η οποία επί της ουσίας σηματοδοτεί το ξέσπασμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αντίθετα, η οργάνωση προσπαθεί να βρει το πρόγραμμα, τις μεταβατικές αιχμές-μέτρα, τα οποία μπορούν σε πρώτη φάση να δεχτούν κομμουνιστές και ρεφορμιστές για να οικοδομήσουν πολιτικό μέτωπο που θα διεκδικεί την εφαρμογή τους από θέση εξουσίας, «από τα πάνω» και «από τα κάτω». Προσδοκώντας στην συσπείρωση εργατικών μαζών, την απευθείας αντιπαράθεση και προσέγγιση ακόμα του ΣΥΡΙΖΑ, στην άνοδο της ταξικής πάλης και την ανοιχτή ρήξη στις γραμμές του εργατικού κινήματος μεταξύ ρεφορμιστών-επαναστατών. Προσωπικά παραμένω στη θέση αυτή, αυτό το σκοπό μπορεί να παίξει, πετυχημένα ή με παταγώδη αποτυχία η Συμπόρευση.

Να επιστρέψω στο θέμα. Τα δύο τρίτα του κειμένου των συντρόφων, αφορούν την κριτική πάνω στις θέσεις του σ. Κάβουρα. (Έχω αναφερθεί προσωπικά στο σύντροφο επ' αυτών των ζητημάτων, αλλά και στον εσωοργανωτικό διάλογο. Και βρίσκομαι σύμφωνος με πολλά από όσα γράφουν οι σύντροφοι στην κριτική τους, σε σχέση με την εποχή Αλιέντε καθεαυτή. Επειδή τα σχετικά ζητήματα μπορούν να συζητηθούν εκτενώς μονάχα κατόπιν κατάλληλης προετοιμασίας στην επερχόμενη συνδιάσκεψη, δεν δύναμαι να απαντήσω σχετικώς).

Οι σύντροφοί μας, χρεώνουν την δημόσια εκφρασμένη προσωπική θέση του σ. Κάβουρα ως το ιδεολογικό υπόβαθρο της τακτικής της οργάνωσης που εκφράζεται με την συμμετοχή μας στην Συμπόρευση. Έχουν κάθε δικαίωμα αν το κάνουν, ωστόσο κατά τη γνώμη μου γίνεται επί σκοπού!

Επί σκοπού, γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος ή τα μοναδικά επιχειρήματά τους –καθώς φαίνεται- για να θεμελιώσουν ότι η τακτική της οργάνωσης ανοίγει τις αγκάλες της στην ταξική συνεργασία, φοράει το κουστούμι του 7ου συνεδρίου της ΚΔ και συμμαχεί με τους ρεφορμιστές με το δικό τους πρόγραμμα.

Οι σύντροφοί μας, μας κριτικάρουν για απεμπόλιση του μεταβατικού προγράμματος και την τακτική της εργατικής κυβέρνησης, για εντελώς λάθος τακτική, για μια «ιδεολογική αναδίπλωση -δια μέσου...Χιλής- στα Λαϊκά Μέτωπα (σ.σ. που) παραβιάζει κατάφωρα ιδρυτικούς θεμέλιους λίθους της οργάνωσης». Μας λένε ότι ερμηνεύουμε «δημιουργικά» την απόφαση της τρίτης συνδιάσκεψης της οργάνωσης, επί της ουσίας πως εισάγουμε τη θεωρία των σταδίων, από την πίσω πόρτα, α λα Δημητρώφ

Έτσι λοιπόν, η διαφωνία των τριών συντρόφων είναι «επιπέδου Γκότας». Η σημερινή τακτική μας, είναι η αφετηρία να εκδηλωθεί η διαφωνία αυτή, η οποία ανεξαρτήτως αποτελέσματος (ποια γραμμή θα υιοθετήσει η οργάνωση στην 4η συνδιάσκεψη στο κομμάτι της τακτικής, γενικά, όχι ειδικά για τη Συμπόρευση), θα αφήσει παρακαταθήκη για το σύγχρονο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα.

Έτσι σύντροφοι είναι τα πράματα κατά τη γνώμη μου.

Εκτιμάτε ότι η οργάνωση αλλάζει ρότα όπως προσπάθησα να περιγράψω. Εκτιμάτε ότι η επίκληση του μεταβατικού προγράμματος εκ μέρους της οργάνωσης, είναι το φύλλο συκής της αλλαγής ιδεολογικής και θεωρητικής ρότας της οργάνωσης.

Ωστόσο, από την πλευρά μου πιστεύω ότι, η διαφωνία σας εκκινεί από το γεγονός πως είσαστε βαθύτατα πεπεισμένοι ότι τα “βρώμικα” χέρια των ρεφορμιστών δεν μπορούν να προσφέρουν στην υπόθεση της επανάστασης. Σύντροφοι, σήμερα, που η κομμουνιστική αριστερά έχει αποτύχει παταγωδώς να παίξει το ρόλο της, σήμερα που οι ρεφορμιστές μιλάνε για κυβέρνηση, για φιλολαϊκά προγράμματα, οι κομμουνιστές πρέπει να εντοπίζουν συνεχώς το που, πότε και ποιες ρεφορμιστικές ονειρώξεις μπορούν να φουντώσουν την επαναστατική δραστηριότητα. Αν δεν το καταφέρουν, δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν στην ταξική πάλη, αν η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ δεν το καταφέρει δεν έχει και αυτή λόγο ύπαρξης, όπως δεν θα έχουν και οι υπόλοιπες κομμουνιστικές οργανώσεις και κόμματα.

Η πολιτική αυτοτέλεια των συμφερόντων της εργατικής τάξης θα κριθεί από τα προγράμματα, θα καθοριστεί όμως από τα σωστά συνθήματα και τις σωστές πολιτικές αιχμές, στις σωστές στιγμές και την αντίστοιχη άνοδο της ταξικής πάλης. Αν η οργάνωσή μας, των λιγοστών κομμουνιστών, θεωρήσει ότι η αυτοτελής προβολή του κομμουνιστικού και του μεταβατικού προγράμματος, είναι απαραίτητος όρος των πολιτικών συμμαχιών είμαστε καταδικασμένοι να μείνουμε χωρίς ρόλο. Αν θεωρήσουμε ότι μόνο η πλήρης προβολή των σημείων του μεταβατικού προγράμματος, στο στόμα των ρεφορμιστών και των κομμουνιστών θα γίνει κάλεσμα για την επανάσταση είμαστε χαμένοι.

Αυτό όμως που θα συμβεί και θα είναι ο πολιτικός τάφος των ρεφορμιστών, είναι οι κραυγές τους να γίνουν κυβέρνηση, οι κραυγές τους ότι θα καταγγείλουν το Μνημόνιο, ότι θα επαναφέρουν τους μισθούς, ότι θα επαναφέρουν χαμένες δημοκρατικές ελευθερίες. Αιχμές που μπορεί σε έξι μήνες πάλι να έχουν αλλάξει.

Η αστική επανάσταση ζει, ξανά, λόγω της καπιταλιστικής κρίσης, μια «εσωτερική αντεπανάσταση», η ίδια δηλαδή, ως ηγέτιδα τάξη, πισωγυρίζει τα δικά της επιτεύγματα (αστικό κοινοβούλιο, δημοκρατικές ελευθερίες, παραγωγικές δυνάμεις κλπ), οι ρεφορμιστές αυτά θέλουν να τα αναστηλώσουν σε συμμαχία με μερίδες των αστών. Οι ρεφορμιστές, αν δεν το κάνουν ήδη, θα κραυγάζουν για την θεμελίωση της Δημοκρατίας (της αστικής δημοκρατίας). Οι κομμουνιστές απέναντι σε αυτή την αντικειμενική συνθήκη, που αντικειμενικά συγκινεί την εργατική τάξη γιατί νοιώθει ότι τις κλέβουν παραπάνω πράματα από το μισθό, υπάρχει χώρος για την προλεταριακή πολιτική, αλλά θέλει ελιγμούς που δεν μπορούμε να προβλέψουμε, αλλά οφείλουμε να κάνουμε. Θέλει και συμβιβασμούς, αλλά συμβιβασμούς που να φέρνουν αποτελέσματα υπέρ της εργατικής πάλης.

 

Συντροφικά Τάσος Στεργίου

27/7/13

 

Αναζήτηση

Γνώμες