[2017-01-21] Κριτική τοποθέτηση στο κείμενο συμβολής «Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς. Για τον κομμουνισμό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα» (B.Π.)

 

Κριτική τοποθέτηση στο κείμενο συμβολής «Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς. Για τον κομμουνισμό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα»

 

«Μια νέα επανάσταση είναι δυνατή μόνο σαν επακόλουθο μιας νέας κρίσης. Είναι όμως τόσο βέβαιη όσο κι αυτή η κρίση.»

(Κ. Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850)

 

Η καπιταλιστική κρίση μήτρα της προλεταριακής επανάστασης!

 

17 παλιότεροι και νεότεροι σύντροφοι, αποφάσισαν να καταθέσουν δημόσια τις απόψεις τους «Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς. Για τον κομμουνισμό και τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα.» σε ένα «Κείμενο Συμβολής» (από δω και πέρα θα αναφέρεται το κείμενο απλώς ως «Συμβολή»).

Είναι πιθανόν ότι η κατάθεση αυτών των απόψεων συνδέεται με το με το 4ο Συνέδριο της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση, της νεολαίας του ΝΑΡ. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό το κείμενο απευθύνεται σε όλες τις αριστερές δυνάμεις και κυρίως σε αυτές που έχουν κομμουνιστική καταγωγή ή φιλοδοξίες, καθώς φιλοδοξεί να είναι «συμβολή στο διάλογο και την αναζήτηση του κομμουνιστικού προγράμματος της εποχής μας».

Όμως, σε τελική ανάλυση δεν συνιστά κάποια νέα συμβολή. Η βασική επιχειρηματολογία του εμφορείται από ιδέες που είναι κυρίαρχες στο χώρο της Νέας Αριστεράς, και οι οποίες δυστυχώς δεν έχουν να προσφέρουν και πολλά σε ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα. Αν υπάρχει κάτι θετικό είναι πιο πολύ η διάθεση να συνομιλήσει με άλλες αριστερές δυνάμεις, κομμουνιστικές και μη. Κατά τα άλλα, στα περισσότερα ζητήματα για τα οποία προσπαθεί να πάρει θέση, κινείται στα πλαίσια ρεφορμιστικών αντιλήψεων, ενώ ταυτόχρονα επιτείνει τη σύγχυση. Επιπλέον, διακρίνεται και από αυτήν, τη γνωστή κυρίως από τα κείμενα του ΝΑΡ, τάση φλυαρίας που καταφέρνει συνήθως να μη λέει τίποτα ουσιαστικό, να μη πατάει σε εμπειρικά ή θεωρητικά δεδομένα, και η οποία πολλές φορές βρίθει αντιφάσεων ή ακατανόητων εκφράσεων. Δεδομένου ότι κάποιοι από τους υπογράφοντες είναι αγωνιστές εγνωσμένης αξίας και εμπειρίας, αναρωτιέται κανείς αν διάβασαν προσεκτικά το κείμενο που υπέγραψαν.

Παρόλο που θα είχε ενδιαφέρον ως άσκηση να καταπιαστεί κανείς με κάθε φράση του κειμένου και να την αποδομήσει –το ίδιο το κείμενο φαίνεται να ανήκει σ’ αυτό που καταγγέλλει, δηλ., το μεταμοντέρνο λόγο–, θα αρκεστούμε στο να εξετάσουμε τις απαντήσεις που δίνει το κείμενο στα ερωτήματα που θέτει.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

 

Το πρώτο μέρος καταπιάνεται κυρίως με το να αναλύσει το σύγχρονο καπιταλισμό και την κρίση του. Υποτίθεται ότι έχει ως στόχο του να θεμελιώσει τους στόχους και τις ιδέες. Πράγματι, αυτό είναι αναγκαίο βήμα για να θεμελιωθεί ένα επαναστατικό πρόγραμμα, ή έστω ένα γενικά αριστερό πρόγραμμα. Και είναι και πολύ δύσκολο. Απέναντι στη δυσκολία να περιγραφεί η συγκεκριμένη κατάσταση του καπιταλισμού, το κείμενο υπεκφεύγει πλασάροντας τη θεωρία του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», ως τη νέα ιστορική βαθμίδα του καπιταλισμού, η οποία εμφανίζεται στο προσκήνιο μετά τη δεκαετία του ’70. Δεν εξηγείται όμως τι συνιστά το νέο σε αυτήν τη «νέα» ιστορική βαθμίδα, καθώς στον ορισμό αυτής της «νέας» ιστορικής βαθμίδας συναντούμε είτε «παλιά» χαρακτηριστικά της λενιστικής περιγραφής του ιμπεριαλισμού (το ξαναμοίρασμα των αγορών, τον κυρίαρχο ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου, την κυριαρχία των μονοπωλίων), είτε ασαφείς εκφράσεις («νέοι συνδυασμοί σύγχρονων και παλιών μορφών εκμετάλλευσης»), είτε κάποιες ακατανόητες εκφράσεις («ξέσπασμα υπερτοπικών πολέμων»· δηλαδή, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι πριν το ’70, τι ήταν;).

Αν οι συντάκτες του κειμένου θεωρούν ότι το βασικό, ποιοτικά νέο χαρακτηριστικό, της «νέας» ιστορικής βαθμίδας είναι «οι ποιοτικά εξελισσόμενες καπιταλιστικές ολοκληρώσεις (ΕΕ, NAFTA)», τότε θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι προσφάτως αυτή η τάση καπιταλιστικών ολοκληρώσεων βρίσκεται σε κατάσταση αντιστροφής (αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, μείωση των ρυθμών ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου, οι δηλώσεις του Τραμπ κατά των ολοκληρώσεων των ΗΠΑ προς ΕΕ και προς Ειρηνικό, κτλ). Σε μεγάλο βαθμό αυτή κίνηση εκκρεμούς ανάμεσα σε διεθνοποίηση και εθνικισμό, δεν είναι παρά έκφανση ενός παλιού, γνωστού αντιφατικού χαρακτηριστικού του καπιταλισμού, της τάσης διεθνοποίησης και επέκτασης του κεφαλαίου από τη μια, και της εθνικής βάσης συγκρότησής του, από την άλλη.  Οι συντάκτες του κειμένου πατάνε σε πολύ εύθραυστο έδαφος στο βαθμό που υιοθετούν θεωρίες περί ολοκληρώσεων, ως μια νέα βαθμίδα στην εξέλιξη του καπιταλισμού, χωρίς σοβαρή θεωρητική και εμπειρική επεξεργασία.

Επιπλέον, ούτε τα κρίσιμα ερωτήματα για την παρούσα κρίση απαντιούνται. Αυτό που απαιτείται, τουλάχιστον στη φάση που βρισκόμαστε, είναι όχι μια γενική περιγραφή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της σύγκρουσης τους με τις παραγωγικές σχέσεις (ένα ολόκληρο υποκεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτό το ζήτημα και δεν μπορεί να αποκρυφτεί ένας εκστασιασμός μπροστά στις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας εκ μέρους των συντακτών της «Συμβολής»), αλλά μια συγκεκριμένη ανάλυση της κρίσης, της εξέλιξής της, κάποια πρόβλεψη για το πώς θα πάνε τα πράγματα από δω και πέρα (θα βαθύνει η κρίση ή βρίσκεται σε φάση ξεπεράσματος;). Όμως, αυτά τα ερωτήματα, ερωτήματα κρίσιμα για τη διατύπωση μιας τακτικής, παραμένουν αναπάντητα. (Δεν συνιστούν απαντήσεις οι εικασίες για «την πιθανότητα επανεμφάνισης ενός νέου παγκόσμιου κραχ»).

 

Το δεύτερο μέρος προσπαθεί να θεμελιώσει την «επικαιρότητα και τη δυνατότητα του κομμουνισμού». Τα πράγματα όμως ξεκινάνε στραβά από την αρχή. Οι δύο «θανάσιμα ανταγωνιστικές», σύμφωνα με τους συντάκτες του κειμένου, δυνατότητες που συγκρούονται είναι:

 

«η δυνατότητα του κεφαλαίου να ολοκληρώσει μια, στρατηγικής σημασίας, αναδιοργάνωση των συνολικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, επιφέροντας ήττα μακράς πνοής στον κόσμο της μισθωτής εργασίας και των άλλων δυναστευομένων στρωμάτων. Από την άλλη μεριά, η δυνατότητα του κόσμου της μισθωτής εργασίας και των ανταγωνιστικών προς το κεφάλαιο κοινωνικών κινημάτων να κλονίσουν την πολεμική αυτή σταυροφορία του κεφαλαίου, επιβάλλοντας μια τακτική οπισθοχώρησή του.»

 

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η κύρια αντίθεση είναι ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολιτική του κεφαλαίου, από τη μια, και σε μια «τακτική οπισθοχώρηση» αυτής της πολιτικής, πιθανόν, η εφαρμογή μιας κεϋνσιανού τύπου πολιτικής, από την άλλη. Αυτές όμως δεν είναι «θανάσιμα» ανταγωνιστικές δυνατότητες. Στο βαθμό που είναι ανταγωνιστικές, αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο καπιταλισμός περνάει βαθιά κρίση, και στα πλαίσια αυτής της κρίσης δεν μπορεί να υιοθετήσει κεϋνσιανές πολιτικές προς όφελος της εργατικής τάξης (π.χ., στήριξη του εργατικού εισοδήματος μέσω ενίσχυσης των κατώτερων μισθών, ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους κτλ). Σε μια άλλη φάση της ανάπτυξής του πιθανόν να μπορεί να το κάνει και αυτό. Επιπλέον, τίποτα επαναστατικό δεν απαιτείται να κάνει η εργατική τάξη, πολύ περισσότερο οι κομμουνιστές, αν αυτές είναι οι μόνες δυνατότητες. Το πολύ-πολύ να απαιτούνται αγώνες ρεφορμιστικού προσανατολισμού, βελτιώσεων της ζωής της εργατικής τάξης εντός των πλαισίων του καπιταλισμού, παρόλο που τέτοιοι αγώνες απαιτούν ιδιαίτερη μαχητικότητα από την πλευρά των εργαζομένων για να έχουν αποτελέσματα. Όμως, η ρεφορμιστικότητα ή η επαναστατικότητα ενός αγώνα δεν καθορίζεται απλώς από την έντασή του αλλά από τους στόχους που βάζει, τις δυνάμεις ενάντια στις οποίες στρέφεται, κτλ.

Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι η δεύτερη δυνατότητα δεν είναι θανάσιμα ανταγωνιστική προς την πρώτη, αλλά το ότι είναι ανεδαφική. Προγράμματα που φτιάχνονται στη βάση ότι οι καπιταλιστές θα δεχτούν να κάνουν σοβαρές παραχωρήσεις, σε στιγμές μάλιστα κρίσης, έχουν φτιαχτεί πολλά. Ένα τέτοιο πρόγραμμα ήταν αυτό του ΣΥΡΙΖΑ, ένα άλλο είναι της ΛΑΕ. Είναι όλα προγράμματα που θεωρούν ότι θα μπορούσαν να επιτευχθούν ουσιαστικές φιλοεργατικές ρυθμίσεις (π.χ., η κατάργηση των μνημονιακών μέτρων) στα πλαίσια όχι απλώς του καπιταλισμού αλλά και από αστικές κυβερνήσεις. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι και ο νεοφιλελευθερισμός γενικότερα και το μνημόνιο ειδικότερα στη Ελλάδα, είναι στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης, όχι απλώς ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής (αλλιώς το μνημόνιο θα είχε καταργηθεί από την κυβέρνηση Σαμαρά ή την κυβέρνηση Τσίπρα), και ότι μόνο μια ανατροπή, ή έστω η απειλή ανατροπής, της αστικής εξουσίας μπορεί να ικανοποιήσει ουσιαστικές φιλοεργατικές διεκδικήσεις.

Η υποψία ότι η «Συμβολή» περιγράφει ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα μετάβασης στο «σοσιαλισμό» ενδυναμώνεται, όταν οι συντάκτες του κειμένου περιγράφουν τα «άλματα» στην πορεία της επανάστασης. Αυτά είναι:

Πρώτον, το πέρασμα στην επαναστατική κατάσταση, η οποία θα εμφανιστεί με την «επιβολή σημαντικών διαφιλονικούμενων εργατικών κατακτήσεων». Δηλαδή, αν δεν υπάρξουν τέτοιες κατακτήσεις, αν η αστική τάξη δείξει πλήρη αδιαλλαξία, τι θα κάνουμε; Δεν θα φτάσουμε στην επαναστατική κατάσταση; Φυσικά, και θα φτάσουμε. Σε καμιά από τις επαναστάσεις που έγιναν η επαναστατική κατάσταση δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων μικρών νικών της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, τέτοιες νίκες, αν δεν είναι ενταγμένες σε μια συνολική επαναστατική πολιτική, θα οδηγούσαν, ίσως, στο να μη γίνει η επανάσταση, γιατί θα ισχυροποιούσαν την πεποίθηση ότι το σύστημα μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα των εργατικών μαζών. Οι επαναστάσεις αντιθέτως ξεσπούν όταν οι εκμεταλλευόμενες μάζες συνειδητοποιούν ότι μόνο με την ανατροπή όλου του παλαιού καθεστώτος μπορούν να επιλύσουν το κάθε φορά κρίσιμο («διαφιλονικούμενο») ζήτημα που αναδεικνύει η ταξική πάλη (το σταμάτημα του πολέμου, το μοίρασμα της γης κτλ). Είναι η δουλειά μιας επαναστατικής δύναμης να δείξει το δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντιθέτως, είναι ίδιον του κινηματισμού που διακρίνει τη Νέα Αριστερά, και ο κινηματισμός είναι μια βασική μορφή του ρεφορμισμού, να ονειρεύεται ότι με μικρές κατακτήσεις και λίγο-λίγο θα φτάσει στο σοσιαλισμό.

Δεύτερο, το πέρασμα από την επαναστατική κατάσταση στην επαναστατική κρίση, η οποία ταυτίζεται με τη δημιουργία δυαδικής εξουσίας. Προφανώς, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η κουβανική επανάσταση, για παράδειγμα, δεν μετρά ως επανάσταση αφού δεν είχε σοβιέτ. Όπως είπαμε και παραπάνω, οι συντάκτες της «Συμβολής» εμφορούνται από τις αντιλήψεις της Νέας Αριστεράς και είναι μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που οι «συνοικιακές επιτροπές», οι «εργοστασιακές επιτροπές», τα «συντονιστικά καταλήψεων», οι Λέσχες Εργασίας και Πολιτισμού μετατρέπονται, έτσι απλά, σε όργανα εξουσίας. Ξεχνάνε οι συντάκτες της «Συμβολής» ότι τα Σοβιέτ δημιουργήθηκαν σε συνθήκες όπου ο λαός ήταν οπλισμένος, όπου μαινόταν ένας καταστρεπτικός παγκόσμιος πόλεμος, και βέβαια ξεχνάνε ότι τα Σοβιέτ δεν δημιούργησαν κρίση στην αστική εξουσία από μόνα τους καθώς είχαν την τάση να συνεργαστούν και να στηρίξουν την προσωρινή αστική κυβέρνηση. Χρειάστηκε η συστηματική δουλειά των μπολσεβίκων, των οποίων οι απόψεις μειοψηφούσαν στα Σοβιέτ για μεγάλο διάστημα, για να φτάσουν αυτά τα όργανα να γίνουν όργανα εξουσίας που θα αντιπαρατίθενται στην αστική εξουσία. Διαφορετικά, αυτό που φαντάζονται, ανομολόγητα, οι συντάκτες του σχεδίου είναι ένας εύκολος δρόμος επανάστασης στον οποίο δεν υπάρχει καν πραγματική σύγκρουση: υπό το βάρος της πίεσης της «βουλής των κάτω», η αστική τάξη θα παραδώσει την εξουσία. Δεν το νομίζουμε.

Τρίτο, η εκδήλωση και επιβολή της επανάστασης η οποία για τους συντάκτες σημαίνει τη δημιουργία «εργατικής κυβέρνησης», η οποία στην προηγούμενη φάση ετίθεντο «επί τάπητος» ως «ζήτημα ζωής ή θανάτου».

Καταρχήν, να σημειώσουμε ότι μερικές λέξεις και όροι έχουν την ιστορία τους και καλό είναι οι συντάκτες της «Συμβολής» να εντρυφήσουν λίγο πιο σοβαρά σ’ αυτήν. Η εργατική κυβέρνηση είναι όρος που χρησιμοποίησε η Τρίτη Διεθνής (επί Λένιν και Τρότσκι) για να περιγράψει την κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου πάλης. Δεν είναι η κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου αλλά μια κυβέρνηση που μπορεί να μετεξελιχθεί σε τέτοια (εφόσον προκύψει και η τομή της επανάστασης). Ως κυβέρνηση του ενιαίου μετώπου είναι κυβέρνηση στην οποία συμμετέχουν όχι μόνο κομμουνιστές αλλά και σοσιαλδημοκράτες. Είναι μια κυβέρνηση που μπορεί να προέλθει από κοινοβουλευτική συγκυρία. Για τους κομμουνιστές, σύμφωνα με την απόφαση της Τρίτης Διεθνούς (κεφ. 11 της απόφασης του 4ου Συνεδρίου της Τρίτης Διεθνούς), το σύνθημα της «εργατικής κυβέρνησης» μπορεί και πρέπει:

 

«να χρησιμοποιείται παντού ως γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα ζύμωσης. Ως επίκαιρο πολιτικό σύνθημα δράσης ωστόσο, η εργατική κυβέρνηση έχει την πιο μεγάλη σπουδαιότητα σ’ εκείνες εκεί τις χώρες, στις οποίες η αστική κοινωνία είναι ιδιαιτέρως ανασφαλής, στις οποίες ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στα εργατικά κόμματα και την αστική τάξη θέτει ως πρακτική αναγκαιότητα στην ημερήσια διάταξη την τελική κρίση του ζητήματος της διακυβέρνησης» (δική μας επισήμανση).

 

Όμως, οι συντάκτες της «Συμβολής» φαίνεται είτε να τα αγνοούν όλα αυτά ή ίσως να μην τα κατανοούν, παρόλο που φαίνεται ότι είναι επηρεασμένοι από αυτές τις ιδέες. Έτσι, η εργατική κυβέρνηση περιγράφεται ως «το επαναστατικό κράτος της εργατικής ηγεμονίας», που «τσακίζει την κρατική μηχανή» (υποθέτουμε ότι εννοεί την «αστική» κρατική μηχανή), δηλ., χαρακτηρίζεται με όρους του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Εδώ επικρατεί πραγματικά πολύ σύγχυση. Η εργατική κυβέρνηση είναι, σύμφωνα με τους συντάκτες της «Συμβολής», ένα «μεταβατικό κράτος και όχι ακόμα εργατική δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου)». Είναι μεταβατικό γιατί δεν είναι ούτε αστικό κράτος, ούτε δικτατορία του προλεταριάτου, σύμφωνα με τη «Συμβολή».

Η εργατική κυβέρνηση, λέμε εμείς, δεν συνιστά κράτος. Είναι απλώς μια μορφή κυβέρνησης εντός του καπιταλιστικού κράτους. Οι διαδικασίες που οδηγούν στο σχηματισμό της μπορούν, υπό προϋποθέσεις (εκ των οποίων βασική είναι η ύπαρξη επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης), να σημαίνουν τη θεσμική έναρξη της επανάστασης, δηλ. το τσάκισμα του αστικού κράτους (όχι απλώς την κατάκτηση της κυβέρνησης), και τη δημιουργία της νέας κρατικής μορφής, της δικτατορίας του προλεταριάτου, η οποία θα έχει κάποια από τα χαρακτηριστικά που περιγράφουν οι συντάκτες της «Συμβολής» για την εργατική κυβέρνηση (αιρετούς και ανακλητούς διευθυντές στην παραγωγή, Βουλή εντολοδόχων εκπροσώπων των εργαζομένων, απαλλοτρίωση βασικών μέσων παραγωγής, κτλ). Η εργατική κυβέρνηση από τη φύση της είναι μια βραχύβια περίοδος. Η χρήση του συνθήματος της «εργατικής κυβέρνησης» έχει, για τους κομμουνιστές, σημασία για τακτικούς λόγους, ιδιαίτερα στις συνθήκες που περιγράφηκαν στο παραπάνω απόσπασμα (βλ. το επισημασμένο τμήμα) από την απόφαση της Τρίτης Διεθνούς.

Όμως, με τον τρόπο που την προβάλλουν οι συντάκτες της «Συμβολής», η εργατική κυβέρνηση μετατρέπεται σε μεταβατική μορφή κράτους ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από την εφεύρεση ενός σταδίου πριν την επανάσταση, την ίδια στιγμή που οι συντάκτες της «Συμβολής» αποκηρύσσουν τη θεωρία των σταδίων. Και αυτό είναι που δείχνει τον ουσιαστικά ρεφορμιστικό χαρακτήρα της «Συμβολής», ανεξάρτητα αν οι Συντάκτες της βρίσκονται σε σύγχυση και προσδίδουν στην εργατική κυβέρνηση χαρακτηριστικά της δικτατορίας του προλεταριάτου. [Ενδιαφέρουσα σημείωση: ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τη Λαϊκή Εξουσία του ΚΚΕ. Στην πραγματικότητα είναι ένα στάδιο πριν τη δικτατορία του προλεταριάτου αλλά στα μυαλά των ΚουΚουέδων ταυτίζεται με τη δικτατορία του προλεταριάτου.]

Επιπλέον, δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε τη σύγχυση που δημιουργούν, όταν περιγράφουν μαζί στα «άλματα» της επαναστατικής διαδικασίας δύο καταστάσεις, την επαναστατική κατάσταση και την επαναστατική κρίση, που είναι αντικειμενικές και μια, την εργατική κυβέρνηση, που είναι ζήτημα της τακτικής των επαναστατών. Δεν φαίνεται καν να κατανοούν τι σημαίνει να έχει κάποιος μια επαναστατική τακτική, δηλ. το θέσει ο ίδιος συγκεκριμένα καθήκοντα (όπως τη δημιουργία εργατικής κυβέρνησης, η οποία μπορεί να υιοθετηθεί ως τακτική ή όχι, μπορεί να πραγματοποιηθεί ή όχι), και τη διάκριση της τακτικής από αντικειμενικές καταστάσεις, όπως η επαναστατική κατάσταση και η επαναστατική κρίση, οι οποίες δεν είναι τμήμα της τακτικής των επαναστατών αλλά καταστάσεις ή συνέπειες που μπορούν να προκύψουν στο βαθμό που η τακτική τους είναι επιτυχημένη ή ακόμα και παρά την τακτική τους (για παράδειγμα, το πρόγραμμα των μπολσεβίκων δεν περιέγραφε πουθενά τη δημιουργία δυαδικής εξουσίας και σοβιέτ). Και φυσικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ μιλάνε για επαναστατική κατάσταση και κρίση δεν κάνουν τον κόπο να αναφέρουν τις απόψεις του ανθρώπου που εισηγήθηκε αυτές τις έννοιες, του Λένιν (πράγμα που θα τους προφύλασσε από το διαδίδουν διάφορες εσφαλμένες αντιλήψεις).

Είναι φανερό ότι αυτές οι συγχύσεις προκαλούνται όχι μόνο από τη θεωρητική οκνηρία των συντακτών αλλά και από το γεγονός ότι προσπαθούν να πατήσουν σε πολλές βάρκες ταυτόχρονα. Η Εργατική Κυβέρνηση είναι τμήμα της τακτικής που εισήγαγε στην ελληνική αριστερά η κομμουνιστική οργάνωση ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ (βλ. την απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης της οργάνωσης στην αρχή της κρίσης –Μάρτιος του 2010), ενώ η έκφραση «σοσιαλισμός-κομμουνισμός», στον οποίο η μετάβαση αρχίζει με την εγκαθίδρυση, σύμφωνα με τις συγχυσμένες απόψεις των συντακτών της «Συμβολή», της Εργατικής Κυβέρνησης, είναι έκφραση που συνδέεται άρρηκτα με το θεωρητικό έργο του Κ. Μπατίκα, ιθύνοντα νου της οργάνωσης. Όμως, η πρώτη έννοια εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της «αντικαπιταλιστικής» επανάστασης, η οποία είναι μια επανάσταση πριν την κανονική, και τη μοναδική, λέμε εμείς, επανάσταση που μπορεί να γίνει στον αναπτυγμένο καπιταλισμό που ζούμε, της σοσιαλιστικής. Έτσι, οι συγγραφείς τα ’χουν καλά και με το αντικαπιταλιστικό ακροατήριο της Νέας Αριστεράς και με τους κομμουνιστές. Ενώ για τη δεύτερη έννοια, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, δεν καταλαβαίνουν ότι είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη μεταβατική περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου, όταν πια και αυτή η μορφή κράτους έχει απονεκρωθεί –η μοναδική μορφή κράτους που μπορεί να απονεκρωθεί–, η επανάσταση έχει εγκαθιδρυθεί στα περισσότερα και βασικά καπιταλιστικά κράτη του κόσμου, κτλ.

Ταυτόχρονα, μια και μιλάνε για Εργατική Κυβέρνηση, χωρίς προφανώς να κατανοούν περί τίνος πρόκειται, σπεύδουν να αμυνθούν απέναντι σε πιθανές κατηγορίες περί «κυβερνητισμού» που είναι προσφιλείς στο στρατόπεδο της Νέας Αριστεράς. Αφού λοιπόν κάνουν τις συγκεκριμένες ρεβεράντζες προς την άποψη ότι το ζήτημα της εξουσίας δεν εξαντλείται στην κυβέρνηση, καταλήγουν με μια παράγραφο στην οποία μιλάνε για τη δυνατότητα να προκύψει ως προϊόν της δυναμικής του κινήματος «κυβέρνηση φιλολαϊκού προσανατολισμού», την οποία το εργατικό κίνημα «δεν θα πρέπει σνομπάρει εξ αρχής». Εδώ θα μπορούσαν να τεθούν ερωτήματα όπως: τι εννοούν με τον όρο «κυβέρνηση φιλολαϊκού προσανατολισμού»; Είναι μια «κυβέρνηση φιλολαϊκού προσανατολισμού» το ίδιο ή κάτι διαφορετικό από μια εργατική κυβέρνηση; Για τους κομμουνιστές είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι, και δεν είναι στόχος της τακτικής των επαναστατών η εγκαθίδρυση μιας τέτοιας κυβέρνησης. Αλλά τελοσπάντων. Άλλη μια ξεκρέμαστη αναφορά. Όμως, σ’ αυτήν την μάλλον ξεκρέμαστη παράγραφο υπάρχει μια υποσημείωση με αναφορά στο έργο του Μπατίκα «Η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό» και της κριτικής του, η οποία αφορά τη συμμετοχή, όχι απλώς το μη σνομπάρισμα, των Γάλλων σοσιαλιστών σε αστική κυβέρνηση (τη συμμετοχή του Γάλλου σοσιαλιστή Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση του Πιερ Βαλντέκ-Ρουσσώ το 1899), κάτι δηλ. ανάλογο με τη συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Τζαννετάκη το 1989. Είναι αδύνατον να καταλάβουμε που κολλάει αυτό. Το μόνο σαφές είναι η σύγχυση που δημιουργείται.

 Όπως είπαμε η επαναστατική κατάσταση και η επαναστατική κρίση αφορούν αντικειμενικές καταστάσεις ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. Δεν υπάρχει γενικώς επαναστατική κρίση του καπιταλισμού, αλλά πάντοτε επαναστατική κρίση ενός καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού και τον τρόπο που εκφράζεται η καπιταλιστική κρίση σ’ αυτόν. Επομένως, η διαμόρφωση επαναστατικής τακτικής στην Ελλάδα απαιτεί και μια συγκεκριμένη ανάλυση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και κυρίως του τρόπου που εκφράζεται η κρίση σ’ αυτόν. Αυτό υποτίθεται είναι το καθήκον που θέτει το τρίτο μέρος της «Συμβολής». Έτσι το τρίτο μέρος καθίσταται πολύ κρίσιμο για μια πραγματική συμβολή στην υπόθεση της Αριστεράς στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην επαναστατική διαδικασία. Δυστυχώς, όμως αυτό το τμήμα δεν προσφέρει απολύτως τίποτα σε σχέση με μια γενικότερη ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και των χαρακτηριστικών του (ανάλυση που είναι αντικειμενικά ένα δύσκολο καθήκον) αλλά, ακόμα χειρότερα, ούτε σε σχέση με τη σημερινή κρίση, καθώς αυτά που λέει είναι σε λάθος κατεύθυνση. Έτσι, για παράδειγμα, υπονοείται ότι η οξύτητα της κρίσης οφείλεται στην «κρίση ένταξης» [τι πάει να πει αυτό αλήθεια;] των χωρών του Νότου στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στη ζώνη του ευρώ. Πιθανολογούμε ότι υπονοείται πως για την κρίση φταίει η ένταξη στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα όμως η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού οφείλεται κατά βάση σε εγγενή χαρακτηριστικά του, όπως η χαμηλή κερδοφορία και ανταγωνιστικότητά του. Ή, επίσης, λέγεται ότι «ο ιδιαίτερος οξυμένος χαρακτήρας του [ποιανού;] … οφείλεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είχε η συνύφανση/διαπλοκή στην Ελλάδα …», δηλαδή, σερβίρεται η θεωρία ότι για την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού φταίει η διαφθορά (οπότε προφανώς χρειαζόμαστε άλλη μια «κάθαρση»). Όπως και να ’χει, το κείμενο δεν θέτει τα ουσιαστικά ερωτήματα για την κρίση: είναι η Ελλάδα σε πορεία εξόδου από αυτή; Παραμένει η Ελλάδα αδύναμος κρίκος του καπιταλισμού ή όχι;

Αντί να απαντήσει πραγματικά ερωτήματα, προβαίνει σε διαπιστώσεις που δεν προσφέρουν τίποτα, είτε γιατί είναι γνωστές (τουλάχιστον σε όσους έχουν στοιχειώδη μαρξιστική παιδεία), είτε καταλήγει να λέει αστεία και αντιφατικά πράγματα. Έτσι, η «Συμβολή» μάς ενημερώνει ότι η ολομέτωπη επίθεση των καπιταλιστών και των κυβερνήσεων τους δεν ήταν αποτέλεσμα των αρνητικών συσχετισμών ή υποταγής στις αγορές και στην Τρόικα (σωστά). Τι ήταν λοιπόν; Σύμφωνα με τους συντάκτες της «Συμβολής» είναι «αναγκαία πλευρά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, …, προκειμένου να λύσει το πρόβλημα της χαμηλής κερδοφορίας και να ξεπεράσει την κρίση του».

Αν είναι έτσι, να σημειώσουμε τα εξής,:

Πρώτον, προφανώς λοιπόν το πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού είναι πρόβλημα χαμηλής κερδοφορίας. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε οι συντάκτες του κειμένου να κάνουν μια πιο σοβαρή προσπάθεια να αναλύσουν αυτό το χαρακτηριστικό, το οποίο απλώς αναφέρεται εν παρόδω, αντί να αναλώνονται σε θεωρίες περί της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη και στην εκτεταμένη διαφθορά.

Δεύτερον, σύντροφοι, σας πρόλαβε ο Μαρξ κατά ενάμιση αιώνα, καθώς όλα αυτά τα μέτρα ανάταξης της κερδοφορίας (η μείωση μισθών, η απελευθέρωση των απολύσεων, αλλά και η μείωση των κοινωνικών παροχών, η φορομπηξία κτλ που μειώνουν έμμεσα τον μισθό τον εργάτη) τα οποία συνιστούν την «ολομέτωπη επίθεση των καπιταλιστών», περιγράφονται ήδη στο Κεφάλαιο, οπότε δεν χρειάζεται να ανακαλύπτετε τον τροχό στο πρόσωπο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού».

Και, τρίτον, αυτή η «ολομέτωπη επίθεση των καπιταλιστών» στην Ελλάδα έχει αποκτήσει όνομα: λέγεται μνημόνιο.

Το τελευταίο το λέμε γιατί η τελευταία παράγραφος αυτής της ενότητας είναι αποκαλυπτική της σύγχυσης που επικρατεί στην Νέας Αριστεράς. Εκεί γράφεται λοιπόν:

 

«το ‘ξήλωμα’ αυτής της πολιτικής –πόσο μάλλον η ανατροπή της– με την κατάκτηση ακόμη και ενός μόνο σύγχρονου δικαιώματος (π.χ. συλλογικές συμβάσεις ή χρόνος εργασίας η μονιμότητα στην εργασία κ.λπ.), η λύση ακόμη και μιας δευτερεύουσας αντίθεσης (μνημόνιο – αντιμνημόνιο) συνεπάγεται οξύτατη πάλη. Απαιτεί σύγκρουση με το βασικό πυρήνα της καπιταλιστικής πολιτικής, … , απαιτεί, δηλαδή, σύγχρονους επαναστατικούς εργατικούς αγώνες».

 

Μάλιστα! Το «ξήλωμα» του μνημονίου, που είναι «δευτερεύουσα» (!) αντίθεση, απαιτεί επαναστατικούς αγώνες. Δηλαδή, θα «ξηλώσουμε» με «επαναστατικούς» αγώνες το μνημόνιο αλλά χωρίς να φτάσουμε στην εξουσία. Προφανώς, θα φτάσουμε στην προ-μνημονίου εποχή, κάνοντας «επαναστατικούς» αγώνες, για να αρχίσουμε κατόπιν τους πιο «επαναστατικούς», υποθέτουμε, αγώνες για να λύσουμε και την βασική αντίθεση του καπιταλισμού (ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ιδιωτική ιδιοποίηση του προϊόντος της, ας πούμε). Είπαμε και πριν ότι οι βασικές ιδέες της «Συμβολής» είναι ρεφορμιστικές (και θα φανεί και παρακάτω) αλλά στις συνθήκες που ζούμε αυτός ο ρεφορμισμός καταντά και αστείος.

Σύντροφοι, αν καταφέρουμε να «ξηλώσουμε» το μνημόνιο χωρίς να πάρουμε την εξουσία και να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό στην Ελλάδα είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Η αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο είναι στην πραγματικότητα η αντίθεση μνημόνιο (και ό,τι συνεπάγεται αυτό, πιθανόν και φασισμός) και επανάσταση. Δεν υπάρχει κάποιος τρίτος δρόμος, μια επιστροφή στο «καλό» (εννοείται, όχι για την εργατική τάξη) παρελθόν. Όμως ακριβώς αυτό περιγράφει το κείμενο της «Συμβολής». Οι κινηματιστές της Νέας Αριστεράς δεν αντιλαμβάνονται το στοιχειώδες, ότι καμιά επανάσταση δεν έγινε με σύνθημα την «Επανάσταση» αλλά στη βάση της κύριας αντίθεσης που θέτει η ίδια η ταξική πάλη (πόλεμος ή ειρήνη, κάποτε· εφαρμογή του μνημονίου ή κατάργηση του μνημονίου, σήμερα). Η φιλολογία περί «επαναστατικών» αγώνων καταντά φθηνή λογοκοπία όταν δεν έχουν κατανοηθεί αυτά τα απλά πράγματα.

Θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε πολλά άλλα πράγματα σε όλο το τρίτο μέρος [έτσι ξεκάρφωτα, τι ακριβώς είναι τα «υπερμονοπώλια», σύντροφοι;]. Θα σταθούμε μόνο στην τέταρτη υποενότητα αυτού του μέρους κυρίως γιατί εκεί γίνεται πιο ξεκάθαρο όχι μόνη η ιδεολογική σύγχυση αλλά και η ταξική αναφορά της Νέας Αριστεράς. Για παράδειγμα: πού ψάχνουν να βρουν το «νέο» στα κινήματα και τις μορφές οργάνωσης οι συντάκτες της «Συμβολής»; Μα στα κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση του Σιάτλ και της Γένοβας, τα κινήματα των «αγανακτισμένων» της Ελλάδας και της Ισπανίας και στα ανεξάρτητα κέντρα αγώνα και τους εργατικούς συνδέσμους κατά τόπους κατοικίας. Ποιο είναι το χαρακτηριστικό αυτών των κινημάτων και αυτών των μορφών οργάνωσης; Ότι σ’ αυτά επικρατούν οι ιδέες της μικροαστικής διανόησης, ότι σ’ αυτά ο προλετάριος συμμετέχει ως πολίτης γενικά και όχι ως προλετάριος. Και είναι αυτή η προτίμηση που αποκαλύπτει τον μικροαστικό, διανοουμενίστικο χαρακτήρα της «Συμβολής» ως την ταξική ρίζα των ρεφορμιστικών απόψεων που εκφράζονται σ’ αυτήν.

 Θα προχωρήσουμε όμως για λόγους χώρου και χρόνου στο επόμενο μέρος. Στο τέταρτο μέρος οι συντάκτες της «Συμβολής» φιλοδοξούν να διατυπώσουν το «πρόγραμμα της εργατικής πολιτικής». Μόνο που αυτό που τελικά διατυπώνουν είναι ένα πρόγραμμα ρεφορμιστικής πολιτικής, χωρίς καμιά ιεράρχηση και στόχευση. Οι ίδιοι οι συντάκτες του κειμένου πιστεύουν ότι «ουσιαστικές και δευτερεύουσες πλευρές αυτού του προγράμματος μπορεί να επιβληθούν εν μέρει και ασταθώς στις αστικές κυβερνήσεις», εννοείται βέβαια με σκληρούς εργατικούς αγώνες. Ποια είναι αυτά τα «προβλήματα-κρίκοι στους οποίους [η εργατική πολιτική] επιλέγει να αποσπάσει κατακτήσεις υπέρ του λαού» και μάλιστα εξαναγκάζοντας αστικές κυβερνήσεις στις σχετικές παραχωρήσεις; Σε τελική ανάλυση είναι όλα εκείνα τα αιτήματα που αφορούν στην «υπεράσπιση του μεροκάματου, των μισθών, των συντάξεων και των εξόδων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δηλαδή των εξόδων για δημόσια παιδεία, υγεία, και ασφάλιση …». Μα αυτά σύντροφοι είναι μόνιμο στοιχείο των αγώνων της εργατικής τάξης από τότε που υπάρχει. Για να αποκτήσει ο αναγνώστης μια βαθύτερη κατανόηση του ζητήματος, ας κάνουμε μια μικρή παρέκβαση.

Σε κάποια στιγμή στο δεύτερο μέρος, το κείμενο επαναλαμβάνει μια θεωρία προσφιλή στα κείμενα και τη φιλολογία της Νέας Αριστεράς, ότι δηλ.

 

«στη συνείδηση της όλης εργατικής τάξης συνυπάρχουν δύο πλευρές. Η μια πλευρά κυρίως αναθέτει, αντιπροσωπεύεται, ψηφίζει, κυβερνιέται και τελικά ενσωματώνεται. Η άλλη κυρίως αγωνίζεται, συμμετέχει ενεργά, ελέγχει και πάνω απ’ όλα επαναστατεί μέχρι την κατάργηση κάθε διάκρισης ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους.»

 

Δεν γνωρίζουμε από ποιον αλίευσαν αυτήν τη θεωρία οι ενθάδε εκπρόσωποί της, ούτε σε τι εμπειρικά, υλικά δεδομένα στηρίζεται. Το όλο ζήτημα θα γεννούσε απλώς θυμηδία (υπάρχουν ψυχολόγοι τη «όλης εργατικής τάξης»;), αν δεν είχε μια σειρά από περίεργες συνέπειες. Οι εκφραστές αυτής της άποψης δεν αναγνωρίζουν τον ιστορικό επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης (που δεν αναφέρεται πουθενά παρά τις συνεχείς επικλήσεις στην εργατική τάξη, οι οποίες έτσι καταντούν αθεμελίωτες), επαναστατικός ρόλος ο οποίος στηρίζεται στην αντικειμενική θέση της στην παραγωγή, και όχι σε κάποια αφηρημένη συνείδηση της «όλης εργατικής τάξης». Αντί για αυτό, φαίνεται να ταυτίζουν την ατομική ψυχολογία των εργατών, ή για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, την ατομική ψυχολογία των μικροαστών διανοούμενων, με τον ιστορικό ρόλο των εργατών ως εργατική τάξη. Αυτό που δεν βλέπουν είναι μια πραγματική κατάσταση που αφορά τη πολιτική συνείδηση της εργατική τάξης την οποία είχε παρατηρήσει ο Λένιν στο Τι να κάνουμε;. [Είναι ελαφρώς ειρωνικό ότι το λενινιστικό ερώτημα τίθεται και από τους συντάκτες της «Συμβολής» αλλά προφανώς αγνοούν το ίδιο το έργο.] Εκεί ο Λένιν είχε παρατηρήσει τα εξής:

 

«Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει, ότι η εργατική τάξη αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις δεν είναι σε θέση να αναπτύξει παρά μόνο τρεϊντγιουνιονιστική συνείδηση, δηλ. την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να ενωθεί σε σωματεία, να κάνει αγώνα ενάντια στ’ αφεντικά, να παλαίβει για να αποσπάσει από την κυβέρνηση τον άλφα ή τον βήτα απαραίτητο νόμο για τους εργάτες κτλ. Η διδασκαλία όμως του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε από τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των εύπορων τάξεων, η διανόηση». (Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε;, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986, σελ. 30-31). Πρώτη δημοσίευση το 1902)

 

Αυτές οι απλές διαπιστώσεις βρίσκονται πίσω από το συμπέρασμα του Λένιν ότι η επαναστατική συνείδηση στους εργάτες «έρχεται σ’ αυτούς απέξω». Οι μικροαστοί διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς, όμως, αντί να εισάγουν την επαναστατική συνείδηση στην εργατική τάξη, επιθέτουν πάνω της τη δική τους μικροαστική συνείδηση.

Στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού οι ΝΑΡίτες και οι 17 θεωρούν ότι η σύγχρονη εργατική τάξη είναι μορφωμένη και μπορεί να παραγάγει θεωρία. Και, άρα, οι αστοί διανοούμενοι, οι προδότες της τάξης τους, όπως ήταν ο Ένγκελς, για τους οποίους μιλούσε ο Λένιν δεν παίζουν το ρόλο που έπαιζαν επί Λένιν. Αυτό που εμείς πρέπει να ξέρουμε είναι ότι υπάρχουν και εργάτες-διανοούμενοι. Αλλά η εργατική τάξη ως τέτοια, κατά κανόνα, δεν μπορεί να παραγάγει θεωρία και να αποκτήσει από μόνη της επαναστατική συνείδηση και να κάνει επαναστατική πολιτική. Αυτά έρχονται απέξω.

Ας επιστρέψουμε τώρα στο πρόγραμμα που προτείνει η «Συμβολή» στην εργατική τάξη. Στην πραγματικότητα οι συντάκτες της «Συμβολής» θεωρούν ως κρίσιμο πρόβλημα-κρίκο για τον αγώνα της εργατικής τάξης τα συνήθη προβλήματα και διεκδικήσεις της εργατικής τάξης για βελτίωση της ζωής της –τα οποία, σε τελική ανάλυση, δεν απαιτούν επαναστατικό αγώνα αλλά μαχητικό ρεφορμισμό για να ικανοποιηθούν– δηλ. υιοθετούν ένα ξεκάθαρα οικονομιστικό πρόγραμμα διεκδικήσεων, πιστεύοντας προφανώς ότι αποσπώντας παραχωρήσεις σε αυτά τα προβλήματα η εργατική τάξη θα επαναστατικοποιηθεί και θα απαιτήσει και την εξουσία. Αυτό είναι η ουσία αυτού που ο Λένιν θα περιέγραφε ως οικονομισμό στο Τι να κάνουμε; Το πιο αστείο, όμως, είναι ότι οι σ. διαισθάνονται ότι αυτό ακριβώς είναι η ουσία του προγράμματός τους και χωρίς ιδιαίτερη δικαιολόγηση νομίζουν ότι θα ξεμπερδέψουν από την κατηγορία γράφοντας: «Μια τέτοια πολιτική όχι μόνο δεν είναι ‘οικονομισμός’ αλλά, αντίθετα, είναι αντικαπιταλιστική εργατική πολιτική για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης». Σύντροφοι, το μόνο που αποδεικνύετε μ’ αυτά που γράφετε είναι ότι «αντικαπιταλιστική εργατική πολιτική» ταυτίζεται με τον οικονομισμό.

Ακριβώς κάτω από αυτό ακολουθεί ένα «σεντόνι» με διεκδικήσεις χωρίς καμιά ιεράρχηση και στόχευση, από την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων (που θα μπορούσε να παραχωρηθεί) μέχρι την κρατική απαλλοτρίωση των τραπεζών χωρίς καμιά αποζημίωση και κάτω από εργατικό-κοινωνικό έλεγχο (το οποίο θα γίνει μόνο με δικτατορία του προλεταριάτου). Κυριολεκτικά, καμιά αντίληψη για το πώς συνδέονται όλα αυτά. Ακόμα χειρότερα, ομολογούν οι ίδιοι την πλήρη ασυναρτησία αυτού του προγράμματος. Γράφουν, με πλήρη άγνοια ότι κινδυνεύουν να γίνουν καταγέλαστοι,

 

«Είναι άγνωστο όμως, λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης του κινήματος, το πού θα ραγίσει η κυβερνητική πολιτική, στη βάση τίνος θεμελιώδους ή ποιων θεμελιωδών κοινωνικών στόχων πάλη».

 

Αφού είναι άγνωστο «πού θα ραγίσει η κυβερνητική πολιτική», τι άλλο μας μένει να κάνουμε παρά να υποκλιθούμε δουλοπρεπώς στο αυθόρμητο, όπως θα έλεγε και ο Λένιν στο Τι να κάνουμε; Να κάνουμε, δηλαδή, αγώνα για τον αγώνα, να τρέχουμε απλώς ως ουρά πίσω από τους αγώνες που αναπτύσσει η εργατική τάξη (ακόμα κι αν είμαστε εμείς οι οργανωτές τους και εμψυχωτές τους), για την ανάπτυξη των οποίων δεν μας έχει ουσιαστικά ανάγκη παρά μόνο ως υποβοηθητές, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε, η κυβέρνηση θα κάνει πίσω, θα κάνει κάποια μικρή παραχώρηση. Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγει αβίαστα η «Συμβολή». Ο ρεφορμισμός σ’ όλο του το μεγαλείο. Για να μην αναφέρουμε ότι αν είναι έτσι να σκεφτούν οι αριστεροί τότε, όπως θα έλεγε πάλι ο Λένιν, δεν μένει τίποτα άλλο στους αριστερούς, στους κομμουνιστές να κάνουν «από το να σταυρώσουν στο στήθος τα άχρηστα χέρια τους» (Β.Ι. Λένιν, ό,π., σελ. 41). Το κείμενο της «Συμβολής» συμβάλλει στον παροπλισμό μας, όχι ως κινηματιστές βέβαια, αλλά ως επαναστάτες και κομμουνιστές!

Αλλά αρκετά. Σύντροφοι, η ίδια η ταξική πάλη έχει αναδείξει ως κύριο ζήτημα της ταξικής σύγκρουσης το χρέος και το μνημόνιο (το μνημόνιο υπάρχει για να έχουν εγγυήσεις οι δανειστές μας ότι θα πάρουν πίσω τα λεφτά που μας έχουν δανείσει). Επομένως, το χρέος αναδεικνύεται σε κρίσιμο κρίκο κάθε διεκδίκησης. Το αίτημα λοιπόν που πρέπει και μπορεί να γραφτεί στις σημαίες της εργατικής τάξης και το οποίο επιτρέπει τον έλεγχο όλων των κρίκων της αλυσίδας της ταξικής πάλης είναι ένα: μονομερής διαγραφή του χρέους (εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία). Μια τέτοια ξεκάθαρη διεκδίκηση από την πλευρά της εργατικής τάξης θέτει σε προοπτική όλες τις άλλες διεκδικήσεις: οι τράπεζες πρέπει να εθνικοποιηθούν γιατί θα καταρρεύσουν με την άρνηση αποπληρωμής του χρέους και η εθνικοποίηση και έλεγχός τους μας δίνει πρόσβαση στον έλεγχο και όλων των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Η μη αποπληρωμή του χρέους θα αποδεσμεύσει χρήματα για τις κοινωνικές δαπάνες, για τις συντάξεις και για ό,τι άλλο αναφέρεται από τους συντάκτες της «Συμβολής». Και πάει λέγοντας.

Αντί για ένα συνεκτικό πρόγραμμα το κείμενο της «Συμβολής» δεν έχει καν μια ξεκάθαρη στάση στο ζήτημα του χρέους. Η σχετική διατύπωση έχει ως εξής: «σε μια πορεία ολοκληρωτικής διαγραφής του χρέους, άμεση μονομερής στάση πληρωμών του και απόρριψη των τόκων υπερημερίας». Αυτό βέβαια αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο η στάση πληρωμής να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό όπλο για διαγραφή του χρέους και όχι ως το κρίσιμο βήμα που πηγάζει από την απόφαση μιας κυβέρνησης και ενός αγωνιζόμενου λαού να μη πληρώσουν ούτε σέντσι στους καπιταλιστικές και επομένως δεν πρόκειται να διαπραγματευθούν. Μόνο με μια τέτοια στάση η αριστερά μπορεί να ανακάμψει, να διεκδικήσει την εξουσία για να εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα, και ταυτόχρονα δίνεται ξεκάθαρη προοπτική στους αγώνες αντί για τον κούφιο κινηματισμό που οδηγεί την εργατική τάξη στην αγκαλιά του ρεφορμισμού, δηλ. στην αγκαλιά της αστικής τάξης.

 

Είναι φανερό ότι ένα πρόγραμμα που προσπαθεί να εκφράσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στην κρίση, να είναι η δική της απάντηση στην κρίση, απαιτεί και ένα συγκεκριμένο επίπεδο οργάνωσης και συνειδητοποίησης από την πλευρά της και από τις οργανώσεις που έχουν αναφορά στην εργατική τάξη. Το πέμπτο μέρος, και τελευταίο, αναφέρεται το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο της εργατικής πολιτικής. Οι συντάκτες αναγνωρίζουν ένα τριπλό υποκείμενο: το κόμμα, το μέτωπο (αντικαπιταλιστικό μέτωπο), και το κίνημα.

Δεν θα ασχοληθούμε με τις αναλύσεις του κειμένου για αυτό το τριπλό υποκείμενο. Θα συστήναμε στους αναγνώστες να διαβάσουν το άρθρο του Σωτήρη Μαλάμου «Οι εργατικές οργανώσεις στην ταξική πάλη και οι σχέσεις μεταξύ τους», που αφορά τα ζητήματα αυτά. Θα θέλαμε, όμως, να σχολιάσουμε τα εξής δύο σημεία.

Πρώτον, στη Νέα Αριστερά γίνεται πολύ συζήτηση για την «οικοδόμηση κομμουνιστικού κόμματος» (το ΝΑΡ το συζητάει καμιά εικοσαριά χρόνια τώρα, ενώ τα τελευταία χρόνια έλκεται από την ιδέα και η ΑΡΑΝ). Δυστυχώς, όμως οι σ. της Νέας Αριστεράς δεν έχουν καταφέρει τίποτα, και αυτό που τους εμποδίζει, από γνωσιοθεωρητική άποψη τουλάχιστον, είναι ότι δεν έχουν κατανοήσει βασικά σημεία της θεωρίας για το κομμουνιστικό κόμμα. Για παράδειγμα, δεν έχουν κατανοήσει ότι το κομμουνιστικό κόμμα είναι κόμμα ομοϊδεατών που καθοδηγείται από την επαναστατική μαρξιστική θεωρία. Αν το κατανοούσαν δεν θα έμπαιναν καν στο κόπο να γράψουν στο κείμενό τους για την αναγκαιότητα οικοδόμησης κομμουνιστικού κόμματος, καθώς, αφ’ ενός, είναι μάλλον σίγουρο ότι ούτε μεταξύ τους δεν έχουν ιδεολογική συμφωνία (πράγμα που μπορεί να εξηγεί το τσαλαβούτημα σε διάφορες, κατά βάση, ρεφορμιστικές απόψεις), και αφ’ ετέρου, δεν φαίνεται να διαθέτουν γνώση βασικών αρχών της μαρξιστικής θεωρίας (π.χ., για το τι είναι η δικτατορία του προλεταριάτου και τι ο σοσιαλισμός, πώς βλέπει ο μαρξισμός το ρόλο της εργατικής τάξης, ακόμα και για το ρόλο του ίδιου του κομμουνιστικού κόμματος).

Δεύτερον, θα τους συστήναμε να διαβάσουν το πολύ διαφωτιστικό άρθρο του Κ. Μπατίκα «Το Ενιαίο Μέτωπο και η πρακτική της Ελληνικής Αριστεράς» (είναι προσβάσιμο διαδικτυακά στο τεύχος 34-25 της Αριστερής Ανασύνταξης). Η αξία της συμβολής των συντρόφων της «Συμβολής» θα βρισκόταν ακριβώς στην προσπάθεια να δημιουργίας ενιαίου μετώπου πάνω σε ένα πρόγραμμα που να στρέφεται ενάντια στον καπιταλισμό και στη συγκεκριμένη επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη της χώρας. Αντιθέτως, δεν μπορεί να είναι συμβολή στην οικοδόμηση κομμουνιστικού κόμματος καθώς αυτό απαιτεί άλλου είδους προϋποθέσεις (συμφωνία, για παράδειγμα, όχι μόνο σε ζητήματα τακτικής αλλά και σε ζητήματα θεωρητικά-ιδεολογικά αλλά και οργανωτικά). Όμως, ως συμβολή στη συγκρότηση ενιαίου μετώπου αποτυγχάνει οικτρά καθώς η συγκρότηση ενιαίου μετώπου απαιτεί και μια σοβαρή προγραμματική βάση και όχι απλή απαρίθμηση διεκδικήσεων και κινηματισμό. Καθόλου τυχαίο που ο όρος ενιαίο μέτωπο απουσιάζει εντελώς από το κείμενο.

 

Αντί επιλόγου

Με βάση τα παραπάνω θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ότι το κείμενο συμβολής «Για το παρόν και το μέλλον της αριστεράς» είναι κατά βάση ρεφορμιστικό και στα κύρια ζητήματα με τα οποία ασχολείται επιτείνει τη σύγχυση.

Όμως αυτό που θα θέλαμε να κάνουμε κλείνοντας είναι να πούμε πολύ επιγραμματικά τι θα έπρεπε να κάνει ένα κείμενο ώστε να καταστεί ένα πραγματικό κείμενο συμβολής στην οικοδόμηση ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης αλλά και στην έκφραση αυτού του μετώπου στις πολιτικές δυνάμεις που έχουν αναφορά σ’ αυτήν.

Πρώτον, θα έπρεπε να περιλαμβάνει μια εκτίμηση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της απάντησης (απάντηση που έχει κωδικοποιηθεί υπό τον τίτλο μνημόνιο) που δίνει η αστική τάξη σ’ αυτήν.

Δεύτερον, θα έπρεπε να προτείνει μια απάντηση ακριβώς στον αντίποδα αυτής της μνημονιακής απάντησης, μια εργατική απάντηση στην κρίση. [Η κομμουνιστική οργάνωση ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ήδη από το Φεβρουάριο του 2010, πριν δηλ., η λέξη «μνημόνιο» μπει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, είχε προτείνει τα βασικά στοιχεία ενός τέτοιου προγράμματος. Βλ. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για την εργατική απάντηση στην κρίση. Μια πολύ πιο δουλεμένη πρόταση έγινε εκ μέρους της ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ μαζί με άλλους συντρόφους της ΛΑ.Ε. με την κατάθεση αντιπαραθετικού κείμενου θέσεων για την Ιδρυτική Συνδιάσκεψη της ΛΑ.Ε.] Μια τέτοια απάντηση απαιτεί τη διατύπωση ενός συνεκτικού προγράμματος διεκδικήσεων από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Κρίσιμος κρίκος στη διατύπωση ενός τέτοιου προγράμματος είναι, όπως είπαμε, η μονομερής διαγραφή του χρέους (εκτός αυτού που προς τα ασφαλιστικά ταμεία).

Απαιτεί όμως και κάτι ακόμα. Η διατύπωση ενός τέτοιου προγράμματος σημαίνει την κατανόηση ότι αυτό το πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολό του μόνο από θέση εξουσίας, και μάλιστα από την κατάληψη της εξουσίας στις σημερινές συνθήκες. Απαιτεί την απαλλαγή από τις απόψεις που θεωρούν ότι αυτό είναι ένα πρόγραμμα που θα εφαρμόσει μια αστική κυβέρνηση κάτω από την πίεση του κινήματος (επομένως, απαιτεί την απαλλαγή από τον κινηματισμό), ή ότι είναι ένα πρόγραμμα για ζύμωση που θα εφαρμοστεί όταν αλλάξει ριζικά η συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης, όπως, δηλ., το αντιλαμβάνεται αυτό το πρόγραμμα η ηγεσία του ΚΚΕ που παραπέμπει την εφαρμογή του στο απόμακρο μέλλον (επομένως, απαιτεί απαλλαγή από τον αναχωρητισμό).

Η συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης είναι έργο των επαναστατών, αλλά πρώτα οι επαναστάτες πρέπει  να συνειδητοποιήσουν οι ίδιοι τα καθήκοντά τους και να απαλλαγούν οι ίδιοι από τον κινηματισμό, τον οικονομισμό, τον αναχωρητισμό και όλες τις άλλες εκφάνσεις του ρεφορμισμού που, δυστυχώς, είναι κυρίαρχες (ελλείψει επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης) στην ελληνική αριστερά.

 

Βάιος Παπαθεοχάρης

 

 

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες