[2016-05-05] Η έξοδος από την ΕΕ είναι το «αριστερό Grexit» και το μόνο πειστικό σχέδιο. (Μια απάντηση στο πρόσφατο άρθρο του Π. Παπακωνσταντίνου στo iskra.gr)

 Το πρόσφατο άρθρο του σ. Πέτρου Παπακωνσταντίνου (ΠΠ στο εξής) με τίτλο «Το ερώτημα δεν είναι πλέον το αν, αλλά το πότε και με ποιους. Η Αριστερά οφείλει να υπερβεί άμεσα δισταγμούς και βυζαντινολογίες για να δώσει το δικό της πειστικό σχέδιο», είναι ένα απολύτως χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης που κυριαρχεί στις γραμμές της Αριστεράς, την περίοδο της κρίσης.

Ο αρθρογράφος θεωρεί την έξοδο από το ευρώ σαν «λυτρωτική, εναλλακτική λύση» και προσπαθεί να ανακαλύψει ένα «αριστερό, λαϊκό, δημοκρατικό Grexit» σε αντιδιαστολή με το Grexit του Σόιμπλε. Κατακεραυνώνει μάλιστα όσους «σε αυτές τις τόσο κρίσιμες για το λαό και τον τόπο στιγμές» (προσθέτοντας τον κατάλληλο δραματικό τόνο), θέτουν «ως άμεσο στόχο την ταυτόχρονη έξοδο από ευρώ και Ε.Ε.», καθώς κάτι τέτοιο – σύμφωνα με τον αρθρογράφο – «πρακτικά διαγράφει την έξοδο από την ευρωζώνη ως κομβικό ζήτημα του κοινωνικού και πολιτικού αγώνα» και τους κατηγορεί για «πλειστηριασμούς υπεραριστερών διακηρύξεων».

Παρά το δημοσιογραφικό χαρακτήρα του άρθρου, αναδύονται καθαρά οι βασικές ιδέες του αρθρογράφου: η έξοδος από το ευρώ είναι κομβικό ζήτημα και είναι ο μόνος δρόμος για να αποφευχθεί η καταστροφή που πλησιάζει. Αρκεί να μη γίνει με τους όρους του Σόιμπλε, αλλά με τους δικούς μας «λαϊκούς» και «δημοκρατικούς» όρους. Ποιοι είναι οι «κακοί» όροι ενός Grexit  που «θα το ήθελαν ή πάντως θα το αποδέχονταν ως αναπόφευκτο και επιθετικότατες δυνάμεις του διεθνούς, χρηματιστικού κεφαλαίου»; «’’Εθνικό’’ νόμισμα χωρίς εθνική νομισματική πολιτική, προσδεμένο σε μια σφιχτή ισοτιμία με το ευρώ, διατήρηση του επαχθούς χρέους και των ιδιωτικοποιήσεων τραπεζών και υποδομών, νέο κύμα μαζικής φτωχοποίησης του ελληνικού πληθυσμού».

Υποθέτουμε επομένως, ότι οι «λαϊκοί» και «δημοκρατικοί» όροι του Π.Π. περιλαμβάνουν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά. Δηλαδή: εθνικό νόμισμα που δεν θα είναι προσδεμένο σε σφιχτή ισοτιμία με το ευρώ, διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση τραπεζών, ανατροπή της λιτότητας και αντιστροφή της φτωχοποίησης του ελληνικού πληθυσμού.

Τα ερωτήματα που τίθενται λοιπόν είναι τα εξής: Πιστεύει ο αρθρογράφος ότι είναι δυνατή η διαγραφή χρέους προς τις ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ε.Ε., χωρίς αυτό να σημαίνει έξοδο από την Ε.Ε.; Πιστεύει ο Π.Π. ότι είναι συμβατή η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος με την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε.; Πόσο πειστικό είναι ένα σχέδιο που δεν υπολογίζει τις πραγματικές προϋποθέσεις μιας πολιτικής ανατροπής του μνημονιακού ζουρλομανδύα και της λιτότητας;

Στο ίδιο το άρθρο μάλιστα, ο αρθρογράφος αυτοδιαψεύδεται γράφοντας «Ασφαλώς η ρήξη και η αποδέσμευση από την Ε.Ε. θα έρθει, αργά ή γρήγορα, και μάλλον γρήγορα, στην ημερήσια διάταξη.», σπέρνοντας ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στους αναγνώστες του.

Ας βάλουμε τα πράγματα λοιπόν σε μια σειρά.

Οποιαδήποτε κυβέρνηση θελήσει να ανατρέψει το μνημόνιο και την λιτότητα, πρέπει να λύσει το πρόβλημα του χρέους. Μοναδική λύση είναι η διαγραφή του χρέους. Τεχνικά αυτό σημαίνει το σταμάτημα κάθε πληρωμής προς τους πιστωτές (με μικρές εξαιρέσεις π.χ. ασφαλιστικά ταμεία) και η δήλωση ότι το χρέος δεν αναγνωρίζεται και δεν πρόκειται να αποπληρωθεί. Αυτή η απολύτως απαραίτητη ενέργεια μιας κυβέρνησης που υπηρετεί τα εργατικά συμφέροντα, αρκεί για να θέσει τη χώρα εκτός ΕΕ, χωρίς να υπολογίσουμε τις περαιτέρω συνέπειες (π.χ. χρεοκοπία τραπεζικού συστήματος και αναγκαστική εθνικοποίησή του). Έξοδος από την ευρωζώνη χωρίς έξοδο από την ΕΕ μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τους όρους του Σόιμπλε, δηλαδή χωρίς διαγραφή χρέους, χωρίς εθνικοποίηση τραπεζών και τελικά χωρίς ανατροπή του μνημονίου.

Το ζήτημα λοιπόν, δεν είναι ποιο δρόμο φανταζόμαστε ότι μπορούμε να πάρουμε, αλλά ποιον είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθήσουμε. Και το δρόμο μας το δείχνει η ίδια η πραγματικότητα, την οποία ο αρθρογράφος δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται, όπως προκύπτει από το άρθρο του.

Για παράδειγμα, ο Π.Π. θεωρεί ότι στο σενάριο του «κακού» Grexit, το εθνικό νόμισμα θα είναι προσδεμένο σε σφιχτή ισοτιμία με το ευρώ, κάτι που δεν ισχύει. Η πρόταση για προσωρινή έξοδο από την ευρωζώνη στερεί από την ελληνική αστική τάξη τα προνόμια που της παρέχει το ευρώ και της δίνει σε αντάλλαγμα αφενός τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την κεντρική τράπεζα σαν δανειστή τελευταίας καταφυγής και αφετέρου την ευκαιρία να ισοπεδώσει τους εργατικούς μισθούς μέσω της νομισματικής υποτίμησης. Και ναι αυτό θα ήταν κοινωνική καταστροφή, την οποία «οι συστημικές δυνάμεις θα επιχειρήσουν να φορτώσουν στις αριστερές αντι-ΕΕ δυνάμεις, ισχυριζόμενες ότι πράττουν αυτό που εμείς πάντα θέλαμε!» και δυστυχώς οι συστημικές δυνάμεις θα έχουν δίκιο, σε σχέση με αυτούς τους ανόητους που υποστηρίζουν ότι η υποτίμηση είναι φιλολαϊκή πολιτική.

Επίσης, το κομβικό ζήτημα δεν είναι η έξοδος από το ευρώ, την οποία μάλιστα ο Π.Π. χαρακτηρίζει «εφαλτήριο για τα ακόμη αποφασιστικότερα άλματα που θα ακολουθήσουν». Το κομβικό ζήτημα είναι η διαγραφή του χρέους. Η παραμονή στο ευρώ έχει αναδειχτεί σε κομβικό ζήτημα από την αστική τάξη, γιατί συγκροτεί τη βασική της κοινωνική συμμαχία. Η συμμετοχή στην ευρωζώνη παρέχει προνόμια όχι μόνο στη μονοπωλιακή αστική τάξη, αλλά και στους μικροαστούς, καθώς και σε τμήμα των μισθωτών μεσαίων στρωμάτων και της εργατικής αριστοκρατίας. Στη βάση αυτών των προνομίων συγκροτείται μια συμπαγής κοινωνική συμμαχία υπέρ του ευρώ και της Ε.Ε. και ενάντια σε κάθε πολιτική που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας».

Για την εργατική τάξη όμως, στόχος είναι η ανατροπή της λιτότητας κι αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαγραφή του χρέους. Η διαγραφή του χρέους είναι ο κρίκος που οδηγεί σε όλους τους υπόλοιπους κρίκους, όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών και η έξοδος από την ΕΕ και είναι ο στόχος που αποτελεί εφαλτήριο για τα επόμενα αποφασιστικά άλματα.

Τέλος, ο Π.Π. φαίνεται να υποστηρίζει – ειδικά με το πάθος με το οποίο καταφέρεται ενάντια σε όσους υποστηρίζουμε ότι η έξοδος από την ΕΕ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατάργηση του μνημονίου – ότι είναι δυνατή μια κατάσταση ισορροπίας στην οποία θα έχει ανατραπεί η λιτότητα και η χώρα θα είναι εκτός ευρωζώνης, αλλά εντός ΕΕ. Μια τέτοια σκέψη θυμίζει τα διάφορα «στάδια» που κατασκεύαζε το ρεφορμιστικό κομμουνιστικό κίνημα, θεωρώντας τα σαν αναγκαίους σταθμούς της κοινωνικής εξέλιξης. Τα «στάδια» αυτά ήταν τελικά καταδικασμένα να υπάρξουν μόνο στα μυαλά των εμπνευστών τους, χωρίς να βρίσκουν ποτέ εφαρμογή στη ζώσα πραγματικότητα. Αυτό ισχύει και για τη θέση ότι μπορεί να υπάρξει «αριστερό» Grexit εντός ΕΕ.

Φυσικά, περιμένουμε με ανυπομονησία οποιαδήποτε προσπάθεια να εξηγηθεί πως μπορεί να πραγματοποιηθεί διαγραφή χρέους και ανατροπή της λιτότητας σε συνδυασμό με την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προς το παρόν πάντως, η αντίληψή μας για την πραγματικότητα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όποιος μιλάει για την αναγκαιότητα της διαγραφής του χρέους προς τους δανειστές-τοκογλύφους και δεν παίρνει υπόψη του τη δεδομένη αντίδραση και τις συνέπειες αυτής της πράξης, τότε κινδυνεύει να κατηγορηθεί:

  1. ότι αερολογεί,
  2. ότι μπορεί να υπηρετήσει, εκ των πραγμάτων, αντίπαλα σχέδια,
  3. ότι αναπαράγει τις αυταπάτες για κάποιο βελούδινο διαζύγιο χωρίς να στάξει αίμα στο χαλί
  4. ότι θα συρθεί σε διαπραγματεύσεις που θα τον οδηγήσουν ξανά, με μαθηματική ακρίβεια, στο συμβιβασμό και στην υποταγή.

 

Δ. Κάβουρας

Β.Θεοφανόπουλος

 

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες